Share |

Τετάρτη 7 Μαΐου 2014

Δαμιανού Βασιλειάδη

Το εξαρτημένο δικομματικό σύστημα στην Ελλάδα και η διέξοδος
Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα
                                                                                                          Αθήνα, 114.4.2014
«Για να καταλάβει κανείς την ιστορία της Ελλάδας μετά τον εμφύλιο πόλεμο», αναφέρει ο Ανδρέας Παπανδρέου στις 29.9.1973 σ’ ένα σεμινάριο του ΠΑΚ (Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος), «πρέπει να έχει υπόψη του ότι η πολιτική ζωή της χώρας ελεγχόταν συστηματικά, όταν δεν διευθύνονταν, από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η συνταγή της Ουάσιγκτον για την Ελλάδα ήταν απλή: Άμεση διείσδυση στον ελληνικό κρατικό μηχανισμό, σ’ όλη την έκταση και σ’ όσο το βάθος μέχρι το παλάτι. Πλήρης υποστήριξη ενός προσαρτημένου, εξαρτημένου πολιτικού κόμματος, του κόμματος της δεξιάς, που έπρεπε να κερδίζει σ’ όλες τις εκλογές, ανεξάρτητα από ποια μέσα θα χρησιμοποιούσε για το σκοπό αυτό. Ανάπτυξη ενός αστικού κόμματος αντιπολίτευσης, που σκοπός του θα ήταν να ασκεί “δημιουργική” κριτική της πολιτικής της κυβέρνησης της δεξιάς, ένα ρόλο που προόριζαν για το κόμμα της Ένωσης Κέντρου. Τελικά εξαφάνιση κάθε κόμματος της Αριστεράς».[1]
Ο Σάκης Καράγιωργας είναι πιο συγκεκριμένος στο θέμα αυτό. Αποτιμώντας τη λειτουργία του πολιτικού συστήματος στην Ελλάδα, μετά την άνοδο του ΠΑΣΟΚ στην κυβέρνηση τo 1981 και τον άκρατο ενθουσιασμό για την «αλλαγή», παλεύοντας θαρραλέα ενάντια στο λαϊκιστικό ρεύμα, που έβλεπε το ΠΑΣΟΚ ως πανάκεια και προσπαθώντας να «προσγειώσει» μάταια τους Έλληνες πολίτες στην αντικειμενική πραγματικότητα, αποφαίνεται τα ακόλουθα: «Τα κέντρα εξουσίας προετοίμασαν μια πολιτική διάρθρωση του εξής τύπου: Δύο αστικά κόμματα, που να έχουν βασικό στρατηγικό σκοπό τη διαχείριση της καπιταλιστικής ανάπτυξης και κυρίως τον εκσυγχρονισμό της ελληνικής αστικής κοινωνίας σε όλα τα επίπεδα. Αυτά τα κόμματα θα εναλλάσσονταν στην εξουσία. Γιατί δύο κόμματα; Γιατί κάθε εκσυγχρονισμός έχει ένα κόστος που πέφτει στις πλάτες κάποιας κοινωνικής ομάδας. Αυτή την κοινωνική δυσαρέσκεια θα την απορροφά μια το ένα μια το άλλο».[2] 
Ο Σάκης Καράγιωργας στον όρο «εκσυγχρονισμός» έδινε θετικό πρόσημο, όπως και πράγματι είναι. Όμως ο «εκσυγχρονισμός» που εφαρμόστηκε από το ΠΑΣΟΚ και κυρίως από την κυβέρνηση του Κώστα Σημίτη, κάθε άλλο παρά εκσυγχρονισμός ήταν. Μάλλον θα τον αποκαλούσαμε «καταστροφικό παρασιτικό αναχρονισμό», όπως πάλι το απέδειξε η πράξη.
Παρεμπιπτόντως πολλοί μιλούν για το τέλος του δικομματισμού. Αυτοί φυσικά πλανώνται πλάνην οικτράν, γιατί στα πλαίσια του δικομματικού κοινοβουλευτικού συστήματος εκείνο που μπορεί να κάνει κάποιο προοδευτικό κόμμα, για να μη μιλήσουμε για ριζοσπαστικό ή επαναστατικό, είναι το πολύ ο εκσυγχρονισμός, με την έννοια των απαραίτητων μεταρρυθμίσεων σ’ όλα τα επίπεδα.[3]
Τι έχει αλλάξει από τότε, που ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Σάκης Καράγιωργας διατύπωναν αυτές τις σκέψεις και τι παραμένει, με μικρές ή μεγάλες παραλλαγές σήμερα, επίκαιρο από την αλήθεια αυτή, εκφρασμένη με τόσο σκληρό κυνισμό για την εποχή εκείνη; Θα ισχύσει αυτό που έλεγε ο Ανδρέας Παπανδρέου: «Τελικά εξαφάνιση κάθε κόμματος της Αριστεράς»;
Βρισκόμαστε και σήμερα σε μια αντίστοιχη κατάσταση ή υπάρχει διαφοροποίηση;
Έχει τεράστια σημασία η απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, γιατί μπορούν να ερμηνεύσουν τόσο την κατανόηση της πραγματικής πολιτικής κατάστασης στην οποία βρίσκεται η Ελλάδα, όσο και να προδιαγράψουν την πολιτική εξέλιξη, η οποία μας περιμένει στο μέλλον.
Ότι τα εξωθεσμικά κέντρα εντός και εκτός Ελλάδας καθορίζουν τις πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, δεν πρέπει να υπάρχει κανένας πολίτης, τουλάχιστον με ανεξάρτητη κριτική σκέψη, να το αμφιβάλει. Θα ήταν βλάκας με περικεφαλαία, όποιος θα διατύπωνε αντίθετη άποψη, κι ας προβάλλει αλαζονική αυτή η άποψη. Εκτός βέβαια, αν η σκέψη του είναι εξαρτημένη από ιδεοληψίες, ψευδαισθήσεις και στερεότυπα. Και ο νους χρειάζεται απελευθερωτικά κίνητρα, για να επικρατήσει η ανεξάρτητη κριτική σκέψη.
Ο Ανδρέας Παπανδρέου μίλησε τότε για «συνταγή της Ουάσιγκτον». Μήπως τώρα ισχύει η συνταγή της Γερμανίας ή ένα μείγμα και των δύο; Στο ερώτημα αυτό μπορούν να υπάρχουν αντιτιθέμενες απόψεις. Η δική μου άποψη, σύμφωνα με τη δική μου θεωρητική και πρακτική εμπειρία, είναι ότι η «συνταγή, με οποιαδήποτε μορφή, ισχύει ακόμη κι ας απατούν ίσως τα φαινόμενα. (Κι όμως για το «χάλι μας» δεν μας φταίνε οι ξένοι. Η αιτία της κακοδαιμονίας είναι εντός των τειχών).
Η Ελλάδα βρίσκεται στην σφαίρα επιρροής των ΗΠΑ, που διαδέχτηκαν την Μεγάλη Βρετανία και μάλιστα ως ζωτικός χώρος της Δύσης  και κυρίως φυσικά των ΗΠΑ στον χώρο της Νοτιοανατολικής Μεσογείου. Μια πραγματικότητα που δεν ήθελε να αποδεχτεί το ΚΚΕ και οδηγηθήκαμε στον καταστροφικό εμφύλιο, του οποίου τις συνέπειες βιώνουμε και σήμερα ακόμη.
Πιστεύω ότι σταδιακά, όπως έγινε και με την πρώην Γιουγκοσλαβία, οι ΗΠΑ θα παραμερίσουν την Γερμανία ή θα της αφήσουν εν μέρει ένα τομέα δράσης, τον οικονομικό π.χ. και δεν γνωρίζουμε για πόσο χρονικό διάστημα, αλλά τα θέματα που άπτονται της γεωπολιτικής και γεωστρατηγικής σημασίας θα τα ελέγχει απόλυτα η Αμερική και δεν θα τα αφήσει για χειρισμό στην διακριτική ευχέρεια της Γερμανίας.
Στο δεύτερο και καίριο ζήτημα του δικομματισμού δεν υπάρχει, κατά την άποψή μου, «απολύτως» καμία αμφιβολία. Το δικομματικό σύστημα θα είναι ο κυρίαρχος στην πολιτική αρένα. Θα συνεχιστεί και στην Ελλάδα, όπως συμβαίνει παντού στη Δύση και σε όλον τον αστικό (καπιταλιστικό) κόσμο, όπου λειτουργεί, με τον τρόπο που λειτουργεί, η κοινοβουλευτική δημοκρατία και όπως χαρακτηριστικά λειτούργησε και στην Ελλάδα μετά τη μεταπολίτευση: Ένα κόμμα «δεξιό» και ένα κόμμα «προοδευτικό»,  λίγο ως πολύ, όπως το περιγράφει ο Ανδρέας Παπανδρέου, ριζοσπαστικό ή μη, αλλά πάντοτε στα πλαίσια του αστικού κοινοβουλευτικού συστήματος.
Λαϊκό Κίνημα, τουλάχιστον στη φάση αυτή που περνάει ο τόπος, δεν υπάρχει για να αμφισβητήσει, πόσο μάλλον για να ανατρέψει ή να έχει προοπτική να ανατρέψει αυτό το σύστημα, με τις πολιτικές δυνάμεις του παρελθόντος. Όσοι το επιχείρησαν ή το επιχειρούν μένουν στο περιθώριο ή οδηγούνται με νόμιμα η με παράνομα ή ημιπαράνομα μέσα στο περιθώριο και ίσως στην αφάνεια. Όσοι προσαρμόζονται έχουν προοπτική.
Ούτως ή άλλως κυριαρχεί παγκόσμια το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, ενώ το εργατικό η, αν θέλουμε, το Λαϊκό Κίνημα, βρίσκεται σε υποχώρηση ή πλήρη ήττα.
Η εναλλαγή λοιπόν μέσα στα αστικά (συστημικά) κοινοβουλευτικά πλαίσια είναι δεδομένη. Εξαρτάται όμως πάντοτε από τα εξωθεσμικά κέντρα, που αποφασίζουν για μας, χωρίς εμάς (κι ας μην αυταπατώμεθα), πότε θα το αποφασίσουν, ώστε η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια και αγανάκτηση από το ένα κόμμα, να απορροφηθεί κάποια στιγμή από το άλλο, όταν η δυσαρέσκεια αυτή φτάσει σε ένα οριακό σημείο.
Το κυρίαρχο αστικό συγκρότημα εξουσίας είναι αυτό που προδιαγράφει και καθορίζει τις εξελίξεις στην Ελλάδα. Λες και ισχύει κάποια νομοτέλεια της αστικής τάξης!
Με αυτή την έννοια και με τα σημερινά αρνητικά πολιτικά δεδομένα, θωρώ και θεωρώ ότι η αλλαγή της κυβερνητικής εξουσίας θα συντελεστεί από τα εξωθεσμικά κέντρα, όταν εφαρμοστούν όλα τα μέτρα του μνημονίου, έτσι όπως συμφέρει σ’ αυτά τα κέντρα, οπότε δεν θα έχει νόημα μνημόνιο ή αντιμνημόνιο. Τότε και εφόσον διογκωθεί αυτή η δυσαρέσκεια, αλλά αφού πρώτα βγει η Ελλάδα στις αγορές, θα αναλάβει στα πλαίσια του δικομματισμού το άλλο κόμμα, για να ζει και βασιλεύει για άλλη μια φορά ο δικομματισμός με τα γνωστά τραγικά αποτελέσματα. Αυτό θα γίνει στις επόμενες ή μεθεπόμενες εκλογές το αργότερο.
Η καταναλωτική νοοτροπία ακόμη καλά κρατεί. «Λεφτά υπάρχουν»!
Αυτό το άλλο κόμμα δεν είναι βέβαια κανένα άλλο από τον ΣΥΡΙΖΑ -ΕΚΜ.
Κάτι ανάλογο με αυτό που συνέβη με το ΠΑΣΟΚ και την Νέα Δημοκρατία κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης. Πρώτα άκρατος ενθουσιασμός, μετά συγκρατημένη αισιοδοξία και κατόπιν πλήρης απογοήτευση!
Αυτή θα είναι η εξέλιξη των πραγμάτων και αυτή είναι η πάσα αλήθεια! Το υπάρχον κυρίαρχο αστικό πολιτικό σύστημα στην πατρίδα μας δεν έχει τίποτε να φοβάται από τον ΣΥΡΙΖΑ. Θα αποτελέσει εναλλακτική λύση του συστήματος, όπως υπονοεί ο Ανδρέας Παπανδρέου και ο Σάκης Καράγιωργας ή θα αποτελέσει υπέρβαση; Άραγε ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει διαφορετική πορεία, απ’ ότι αναλογικά το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου; Με την έννοια ότι δεν θέλουμε να είμαστε μάντεις κακών, διατυπώνουμε παρ’ όλα αυτά μόνο το ερώτημα. Τα φαινόμενα δείχνουν ότι στραβός είναι ο γιαλός, οι αιτίες όμως καταμαρτυρούν αδιάψευστα ότι στραβά αρμενίζουμε!  
Εν κατακλείδι: Τόσο η «εκσυγχρονιστική» και «ανανεωτική» Αριστερά, (αναθεωρητική κατά βάση), όσο και η «εκσυγχρονιστική» σοσιαλφιλελεύθερη και συντηρητική Κεντροαριστερά καθώς και ένα μεγάλο τμήμα της Δεξιάς, που ασκούν ηγεμονική ιδεολογική εξουσία, από διαφορετικές αφετηρίες, αλλά σε συγκλίνουσα πορεία, αποτελούν την εμπροσθοφυλακή της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης. Αυτής της παγκοσμιοποίησης που θέλει να διαλύσει το έθνος -κράτος που λέγεται Ελλάδα και ελληνικός πολιτισμός και όλο το αξιακό –πολιτιστικό σύστημα που το εκφράζει. Ο εμφύλιος, με τα εγκληματικά του λάθη,  του Λιβάνου, της Γκαζέρτας, και της Βάρκιζας, που προηγήθηκαν, αποδείχτηκε ανίκανος να διδάξει την Αριστερά, η οποία συνεχίζει, με βάση τις «αποχρώσες ενδείξεις», την ίδια πορεία.
Πολλοί βέβαια, είμαστε βέβαιοι, θα πουν ότι όλα αυτά τα επιγραμματικά, είναι ανοησίες ή αποκυήματα νοσηρής φαντασίας η κάποιου τρελού που στο παραλήρημά του δεν ξέρει τι λέει. Αυτοί θα ξυπνήσουν κάποια μέρα σε πλήρη κατάθλιψη και απογοήτευση, γιατί τα όνειρα τους τα πλάνα, θα αποδειχτούν έωλα, σε βάρος όμως όπως πάντα του λαού, όπως πάντα (των φτωχών και καταφρονεμένων λαϊκών στρωμάτων), ο οποίος πάντοτε πληρώνει τα σπασμένα! Έως σήμερα και στο απώτερο μέλλον, απ’ ότι φαίνεται!
Όποιος θέλει να λέει την αλήθεια στο λαό είναι υποχρεωμένος να αναγνωρίσει αυτή την πραγματικότητα. Το πρόβλημα είναι η υποτέλεια της Ελλάδας, που είναι έρμαιο της θέλησης των εξωθεσμικών κέντρων. Το πρόβλημα λοιπόν είναι πρόβλημα εθνικής ανεξαρτησίας και όχι πρωταρχικά «ταξικής πάλης» (Η εξάρτηση καθορίζει τους κοινωνικούς αγώνες και την έκβασή τους)  και η πηγή του εντοπίζεται στην Αθήνα και στο πολιτικό σύστημα γενικά που παραμένει παρά τα αντιθέτως λεγόμενα σ’ αυτά τα πλαίσια εξάρτησης. Όταν μιλούμε για εθνική ανεξαρτησία δεν ισχυριζόμαστε ότι πρέπει να φύγουμε από το ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση και να περιπέσουμε στην εθνική απομόνωση, έκθετοι σε κάθε εξωτερικό κίνδυνο, που απειλεί την Ελλάδα, αλλά να διεκδικήσουμε την ισοτιμία και την ισονομία ανάμεσα στους εταίρους μας, με βάση την αμοιβαιότητα.
Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η χρέωση της Ελλάδας δεν ξεκίνησε με το ευρώ, αλλά πολύ πιο πριν (επί εποχής Ανδρέα Παπανδρέου).
Αν θέλουμε να δούμε προκοπή, θα πρέπει να εγκαταλείψουμε μια για πάντα το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο, που μας έφερε στην καταστροφή.
Απαραίτητη προϋπόθεση για ανατροπή είναι η δημιουργία από τα κάτω ενός Πανεθνικού - Παλλαϊκού Κινήματος, ενός εθνικοαπελευθερωτικού κινήματος, που δεν υπάρχει ακόμη και που θα έχει τη δύναμη της ρήξης και  ανατροπής, αλλά και της δημιουργίας των αρχών της συλλογικότητας, της κοινωνικότητας και του κοινοτικού πνεύματος.
Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι πρωταρχικά οικονομικό και μ’ αυτή την έννοια ταξικό, αλλά εθνικοαπελευθερωτικό. Η οικονομική κρίση δεν είναι το αίτιο, όπου την εντοπίζει λανθασμένα η αριστερά και άλλες δυνάμεις, αλλά το αποτέλεσμα μιας ολοκληρωτικής κατάρρευσης αξιών και ιδεών.  Η βασική αιτία της παρακμιακής πορείας της Ελλάδας είναι η διαφθορά, δηλαδή η πλήρης απαξίωση και ισοπέδωση όλων των πολιτισμικών αγαθών που συνιστούν ένα έθνος και συντελούν στην προκοπή του. Μιλάμε κυριολεκτικά, για ηθική και πνευματική σήψη. Χωρίς αναστροφή αυτής της παρακμιακής ηθικής και πνευματικής πορείας, καμία αναστροφή και καμία ανασυγκρότηση δεν μπορεί να υπάρξει σε κανέναν τομέα. Όσο επικρατεί ακόμη το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο και δεν αντικαθίσταται από ένα παραγωγικό μοντέλο, που θα έχει ως απλή, βασική και απαράβατη αρχή ότι θα καταναλώνουμε αυτά που παράγουμε, δεν υπάρχει σωτηρία.
Αλλαγή πολιτικής και πολιτικών είναι η προϋπόθεση. Για το λόγο αυτό χρειάζεται ένα νέο Πανεθνικό - Παλλαϊκό Κίνημα (σύζευξή εθνικού και κοινωνικού), που θα αναδιατάξει την χώρα εθνικά και κοινωνικά, πρωταρχικά βέβαια στον ηθικό και πνευματικό τομέα, για να υπάρχει δυνατότητα ανασυγκρότησης και στους άλλους τομείς.
Χωρίς απαλλαγή από την εκφυλισμένη «παρασιτική» νοοτροπία δεν υπάρχει διέξοδος. Η διέξοδος από την οικονομική κρίση προϋποθέτει αλλαγή συνείδησης.



[1] Α. Γ. Παπανδρέου, Η σημασία της Νοεμβριανής λαϊκής εξέγερσης, εφημ. «Αγώνας», 29.9.1973. Ο
Ανδρέας Παπανδρέου μπορεί να εφάρμοσε το γνωστό «δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις», όμως είχε πει πολλές αλήθειες που ισχύουν και σήμερα.
[2] Σάκης Καράγιωργας, Μελέτες –Άρθρα – Ομιλίες, 3ος τόμος, σ. 204.
[3] Υπάρχει η γνωστή θεωρία των ρήξεων και των ανατροπών, με την έννοια ότι οι ποσοτικές ρήξεις θα οδηγήσουν κάποτε και στην ποιοτική αλλαγή των ανατροπών, δηλαδή της ριζικής αλλαγής των δομών μιας κοινωνίας.  

Χρήστος Γιανναράς -Άφοβη απόρριψη του εμπαιγμού

Posted: 04 May 2014 11:25 PM PDT
Συμπληρώθηκε χθες μήνας από την «αποκάλυψη Mπαλτάκου». Kαι όλα δείχνουν ότι ακόμα και ένα τέτοιου μεγέθους σκάνδαλο είναι δυνατό να εξουδετερώνεται, να ακυρώνεται η εκρηκτική του ισχύς.
Eσχατου εξευτελισμού ξεγύμνωμα, «εξ ηλιθίου αυθυπαιτιότητος», ενός ολόκληρου κόμματος, του αρχηγού του και πρωθυπουργού της χώρας, αλλά και της δικομματικής κυβέρνησης: O γραμματέας του Yπουργικού Συμβουλίου και επιστήθιος του πρωθυπουργού να έχει ανετώτατη αναστροφή με τον πολιτικό υπόκοσμο, την αμεριμνησία να βωμολοχεί μαζί τους όπως με φιλαράκια. Nα φτάνει να τους εκμυστηρεύεται κάτω από ποιες πιέσεις ξένων παραγόντων ενεργούν οι Eλληνες υπουργοί. Kαι αυτό το γεγονός, ο στεντόρειος εξευτελισμός του «συστήματος», να θεωρείται «ως μη γενόμενον». Oύτε γάτα ούτε ζημιά.
Aντανακλαστικά κοινωνικής αντίδρασης ανύπαρκτα, η ελλαδική κοινωνία μοιάζει πεθαμένη. Tο πολιτικό σύστημα δεν λογοδοτεί σε κανέναν, εμπαίζει αδιάντροπα τον λαό, ο λαός δεν έχει θεσμική εκπροσώπηση και ταυτόχρονα ζει βασανιστικό πνιγμό. H λέξη πνιγμός κυριολεκτεί. Eξαιρείται, ασφαλώς, ένα ποσοστό του πληθυσμού, συνδεδεμένο με τους κομματικούς μηχανισμούς και τις διασφαλισμένες προνομίες τους. Aυτή τη μερίδα πληθυσμού η «κρίση», τέσσερα χρόνια τώρα, δεν την άγγιξε, η ζωή, οι συνήθειες, η καταναλωτική ευχέρεια των κομματανθρώπων δεν έχουν αλλάξει. Nα προστεθεί σε αυτούς και η περιορισμένη αλλά πάντοτε (με οποιεσδήποτε συνθήκες) εξασφαλισμένη κοινωνική τάξη των πολύ ευπόρων.
Aπό εκεί και πέρα εκτείνεται η πραγματικότητα του πνιγμού και της απόγνωσης. Oι νέοι άνθρωποι για τους οποίους καμιά σπουδή, καμιά ποιοτική κατάρτιση και κανένα ταλέντο δεν έχουν πια προοπτική και νόημα. Tους έχει αποκλειστεί η δυνατότητα να σχεδιάσουν σταδιοδρομία, να ονειρευτούν καινοτόμες, δημιουργικές πρωτοβουλίες, να φτιάξουν οικογένεια, να χαρούν παιδιά και εγγόνια, να κατακτήσουν διακρίσεις στην επιστήμη, στην Tέχνη, στον επιχειρηματικό στίβο. Tο έγκλημα του υπερδανεισμού της χώρας για χάρη του εξωφρενικού πελατειακού κράτους των κομμάτων, ειδεχθές κακούργημα με παγκοίνως γνωστούς τους φυσικούς και ηθικούς αυτουργούς, είναι η αιτία που καταστράφηκε η ζωή, η χαρά της ζωής, η ελπίδα και το κουράγιο της πλειονότητας των ανθρώπων στον τόπο μας.
Tης πλειονότητας. Διότι στην καταστροφή της ζωής πρέπει να λογαριάσουμε και τον ατιμωτικό εξευτελισμό, την ανυπόφορη απόγνωση, μισθωτών και συνταξιούχων. Aνθρώπων που εμπιστεύτηκαν το κράτος (την κοινωνία της πατρίδας τους) και υπέγραψαν συμβόλαιο μαζί του, να το υπηρετήσουν σαν λειτουργοί του. Tο θεώρησαν αξιόπιστο να διαχειριστεί την αποταμίευση του μόχθου τους, δηλαδή τη σύνταξή τους και την ασφαλιστική τους κάλυψη. Aλλά το κράτος των κατά καιρούς Mπαλτάκων, κράτος σήψης, διαφθοράς, διαπλοκής με τον κάθε είδους υπόκοσμο, καταλήστεψε, σαν κοινός λωποδύτης, το βιος αυτών που το εμπιστεύθηκαν. Kατάστρεψε τη ζωή τους, ρήμαξε την αξιοπρέπεια και το κουράγιο τους.
Tώρα οι δυνάστες μας εξουδετερώνουν και τη βόμβα μεγατόνων, την «αποκάλυψη Mπαλτάκου». Aποφασίζουν από μόνοι τους οι εξουσιαστές μας ότι οι πολίτες-ψηφοφόροι είμαστε οπωσδήποτε ηλίθιοι, θα καταπιούμε και την ανυπαρκτοποίηση του κινηματογραφημένου τεκμηρίου, που είδαμε με τα μάτια μας και ακούσαμε με τα αφτιά μας. Θα μπορέσει επομένως να συνεχιστεί θριαμβικά η προεκλογική, οργανωμένη επίσης για ηλιθίους, παροχολογία και διανομή μπουναμάδων. Mοιράζουν επιταγές: το έκανε και πάλι η N.Δ. το 1981, το κάνει όποτε οσφραίνεται εκλογική πανωλεθρία.
Tώρα μοιράζουν, με την εξευτελιστική του πολίτη λογική της ελεημοσύνης, το πολυδιαφημισμένο σαν κυβερνητικό κατόρθωμα «πρωτογενές πλεόνασμα». Που όλοι καταλαβαίνουμε ότι προήλθε από τη βάναυση μείωση των εισοδημάτων, είναι το κλεμμένο βιος του μισθωτού και του συνταξιούχου – μοιράζουν χάντρες και καθρεφτάκια σε κάφρους. Διαλαλούν ότι η κρίση τελείωσε, ότι βγαίνουμε από το Mνημόνιο, ενώ έχουν υπογράψει, πριν ελάχιστες μέρες οι αθεόφοβοι, την τέταρτη «επικαιροποίηση» του δεύτερου Mνημονίου, με δημοσιονομικά μέτρα για το 2015 και το 2016 («K» 6.4.2014).
Eίναι πρωτεύουσα ανάγκη να απαντήσουμε οι πολίτες στο ερώτημα: Πώς τολμάνε να ζητούν και πάλι την ψήφο μας οι ίδιοι αυτοί που κατάστρεψαν τη ζωή μας; Nα συγκροτούν κομματικά ψηφοδέλτια για την Eυρωβουλή, για την κάθε περιφέρεια, για κάθε δήμο; Σημαίνει ότι πιστεύουν ενεργή ακόμα και αξιόπιστη την κομματική ετικέτα: Oτι συνεχίζει το όνομα και μόνο των συντεχνιών της ανικανότητας, της διαφθοράς, της αφροσύνης του υπερδανεισμού να λογαριάζεται από κάποιους ψηφοφόρους ως εχέγγυο (!) αξιοσύνης για να συνεχίσουν να κυβερνάνε οι υπαίτιοι του πνιγμού μας. Tο κόμμα του Mπαλτάκου, το κόμμα του Tσοχατζόπουλου, η ΔHMAP της μοιρασιάς των ρουσφετιών με συμφωνημένη αναλογία (4-3-1), ο ΣYPIZA, που όλες οι επαγγελίες του εξαντλούνται στη μεγαλόστομη αοριστολογία, χωρίς ακόμα να έχει πει ποιο ακριβώς είναι το πρόγραμμά του στην παιδεία, στην άμυνα, στην εξωτερική πολιτική, στην οικονομία, πώς θα πειθαρχήσει σε κοινωνικές στοχεύσεις τον αχαλίνωτο συνδικαλισμό, πώς θα πετύχει αξιοκρατία στον δημόσιο τομέα.
Yπόλογοι δεν είναι μόνο οι αυτουργοί ειδεχθών κοινωνικών εγκλημάτων, είναι και όσοι δήθεν τους αντιπολιτεύονται, χωρίς τη στοιχειώδη σοβαρότητα και εντιμότητα να αρθρώσουν αντιπρόταση. Tον απελπισμό και πανικό των πολιτών δεν τον γεννάνε οι λαθεμένες προτάσεις για την αναχαίτιση της συντελεσμένης καταστροφής, τον γεννάει η ολοκληρωτική απουσία προτάσεων. Σε ολόκληρο το κομματικό φάσμα δεν εμφανίζεται το παραμικρό ίχνος πολιτικής πρότασης, πολιτικού λόγου, σοβαρού σχεδιασμού για την ανάκαμψη της χώρας. Oσοι ζητούν την ψήφο μας, συμπεριφέρονται σαν σπιθαμιαία ανθρωπάκια, με εντελώς χαμένη την αίσθηση της πραγματικότητας, ψυχοπαθολογικά παγιδευμένα στο αυτονομημένο από τη ζωή παιχνίδι της εξουσίας.
Tην απόλυτη αυθαιρεσία τους, τον αυταρχισμό τους, τις απροκάλυπτες ανομίες τους, τα ονομάζουν όλα «δημοκρατία». Συντηρούν επιφάσεις και προσχήματα ενός δημοκρατικού πολιτεύματος, όμως όλοι οι θεσμοί της δημοκρατίας (συνδικαλισμός, δημοσιοϋπαλληλία, MME, σχολική εκπαίδευση, πανεπιστημιακές διοικήσεις) υπηρετούν τις κομματικές συντεχνίες και την εξόφθαλμη διαπλοκή τους με τους γνωστούς και μη εξαιρετέους «νταβατζήδες» της οικονομίας, της πληροφόρησης, του «αθλητισμού», του τζόγου.
O πολίτης έχει ακόμα τη δύναμη της ψήφου του. Προσπαθούν να τον πείσουν ότι αν δεν την δώσει στους εξουσιαστές του (στην κυβέρνηση, στην αντιπολίτευση ή έστω στα ρετάλια των απομιμήσεων ή των αποσχισμένων) μάς απειλεί το χάος. Oμως, σίγουρα πια, το χάος το πιστοποιούμε ψηλαφητό στην κατεστραμμένη από τους κομματανθρώπους ζωή μας. Aν τολμήσουμε να τους αρνηθούμε την ψήφο μας, αυτό που θα προκύψει αποκλείεται να συνδυάζει χάος και εμπαιγμό.

Δευτέρα 5 Μαΐου 2014

Ηλίας Σταμπολιάδης

Κομματικός Κοινοβουλευτισμός
Ο Σύγχρονος Μηχανισμός Υποδούλωσης των Εθνών

Πρώτη φορά που ντράπηκα σαν Έλληνας ήταν στο Γυμνάσιο όταν στο μάθημα της Νεοελληνικής Ιστορίας μάθαμε ότι με την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους, μετά την επανάσταση του 1821, δημιουργήθηκαν τρία κόμματα, το Αγγλικό, το Γαλλικό και το Ρωσικό. Υποτίθεται ότι τα κόμματα αυτά υπεράσπιζαν τα συμφέροντα του ελληνικού λαού έναντι μιας κρατικής αρχής Βαβουρών που ασκούσε την εξουσία μέσω διεφθαρμένων εντοπίων υποτελών τους,  τύπου Κωλέττη και Μαυρομιχάλη, με τον Κολοκοτρώνη στη φυλακή και τον Καποδίστρια στον τάφο.
Δυστυχώς η ίδια κατάσταση επικρατεί και σήμερα. Τα κόμματα αν και είναι πολυπληθέστερα μπορούν να καταταγούν σε δύο κατηγορίες αυτή του ιδιωτικού καπιταλισμού και αυτήν  του κρατικού καπιταλισμού γνωστού και ως κομμουνισμού. Παρά τις διαφορές στην κατηγοριοποίηση και τα ονόματα των κομμάτων, τότε και τώρα, ο κοινός παρονομαστής είναι η προφανής πλέον επιρροή των ξένων δυνάμεων στον κρατικό μηχανισμό, την διοίκηση, την πολιτική ζωή και την οικονομία του τόπου.
Αυτό που στην ουσία βιώνουμε είναι μία συνεχής εναλλαγή προδοτών και σωτήρων που κρατούν το λαό παγιδευμένο, διατηρώντας την υποταγή του σε ξένα ανεξέλεγκτα συμφέροντα  υπεράνω των νόμων του κράτους. Το ερώτημα που τίθεται είναι πως οι Έλληνες, ένα ς λαός γαλουχημένος με τις αρχές και τα  βιώματα της ελευθερίας, της αρετής και της δημοκρατίας, ως συμμετοχής στα κοινά, αλλά  και εμπνευσμένος από την αποκάλυψη της αγάπης, ως τρόπου ζωής και της ανάστασης, ως υπέρβασης του θανάτου, καταδέχεται να σέρνεται υπόδουλος πίσω από τα φτιασίδια ενός υλιστικού αμοραλισμού ως ατομική μονάδα, χωρίς ταυτότητα, αποκομμένος από την έννοια της συμμετοχικής διαβίωσης.
Για να απαντήσει κανείς σε αυτό το ερώτημα θα πρέπει να μελετήσει την εξέλιξη της κοινωνικής ζωής έστω και σε χονδρές γραμμές. Στο παρελθόν οι άνθρωποι ζούσαν σε κοινότητες- πόλεις των 1000 με 10.000 ατόμων με κάποια σχετική αυτάρκεια που καθόριζε τους ρόλους δραστηριότητας και ανήγαγε στην έννοια του κοινού συμφέροντος έναντι άλλων ανταγωνιστικών κοινοτήτων. Αυτό υπαγόρευε έναν τρόπο οργάνωσης και διοίκησης βασισμένο στις αρχές της ελευθερίας, της ισοτιμίας και της δικαιοσύνης. Η εκλογή των αρχόντων της κοινότητας-πόλης  ήταν εκλογή μεταξύ προσώπων με απόψεις και ήθος που όλοι γνώριζαν τόσο από την καθημερινή συναλλαγή αλλά και τις συναθροίσεις στην Εκκλησία του Δήμου. Σήμερα εγκατέλειψαν όχι μόνο τις κοινότητες αλλά και την φυσική ζωή και συγκεντρώθηκαν σε πόλεις των 100.000 με 1.000.000 κατοίκων ή και μεγαλύτερες. Εδώ χάθηκε πλέον η έννοια της αυτάρκους κοινότητας και της αλληλεξάρτησης  των μελών της.
Οι Δήμοι δεν λειτουργούν πλέον ως αυτάρκεις κοινότητες με οργάνωση που να εξασφαλίζει τον βιοπορισμό των μελών τους. Επί της ουσίας έχουν υποβαθμιστεί σε επιδοτούμενες επιχειρήσεις χωροταξικών κυρίως καθηκόντων, με την ευρεία έννοια, και διαχειριστές κοινοχρήστων λογαριασμών καθαριότητας, χωρίς αρμοδιότητες και ευθύνες για την εξασφάλιση συνθηκών βιοπορισμού των μελών τους που ως εκ τούτου δεν έχουν την αλληλεξάρτηση που χαρακτηρίζει την κοινοτική ζωή. Οι δημοτικές αρχές είναι πλέον υποχείρια της κεντρικής εξουσίας με νοοτροπία βολέματος των παρασιτικών ομάδων που την υποστηρίζουν. Οι εκπρόσωποι των δημοτικών αρχών δεν αναδεικνύονται από μηχανισμούς συμμετοχής των πολιτών όπου οι άνθρωποι έρχονται σε διαλεκτική επαφή αλλά μέσω προτάσεων κομματικών οργανώσεων που ουσιαστικά υποδεικνύουν στους οπαδούς τους τα πρόσωπα που θα πρέπει να εκλέξουν.
Η κατάσταση χειροτερεύει ακόμη περισσότερο σε εθνικό επίπεδο οργάνωσης. Εδώ έχει χαθεί πλέον η έννοια του χώρου επιβίωσης και του τρόπου ζωής, ανάπτυξης και συμβίωσης και έχει επιβληθεί η έννοια τη ταξικής δήθεν συνείδησης, αλληλεξάρτησης και αλληλεγγύης η οποία καλλιεργείται και εκφράζεται από τα αντίστοιχα κόμματα, ασχέτως του χώρου διαβίωσης. Ένας οπαδός της αριστεράς ή της δεξιάς στη Μυτιλήνη είναι υποχρεωμένος να υποστηρίζει τις ίδιες θέσεις με έναν άλλον του ιδίου κόμματος στη Λάρισα, στην Τρίπολη ή την Καβάλα. Είναι γνωστό πλέον ότι  οι θέσεις αυτές έχουν προέλθει από μεθοδεύσεις και ισορροπίες δυνάμεων μιας κεντρικής ομάδας εξουσίας με  αδιαφανείς όρους λειτουργίας.
Ο πολίτης από ενεργό μέλος μιας κοινότητας έχει μετατραπεί σε κομματικό οπαδό μιας ομάδας διεκδίκησης της εξουσίας  που με την εκλογή της εξυπηρετεί συμφέροντα ξένα προς αυτόν. Το δόλωμα είναι συνήθως προεκλογικές υποσχέσεις για  βραχυπρόθεσμα οφέλη του πολίτη που τελικά αποδεικνύονται απάτες με πολλαπλάσιο μακροπρόθεσμο κόστος για αυτόν. Του καταλογίζουν δε και την ευθύνη της επιλογής των μελών  της εξουσίας που υποτίθεται ότι γίνεται με δημοκρατικό τρόπο αποκρύπτοντας τα σκοτεινά μονοπάτια αυτής της διαδικασίας
Παραδείγματα μπορούμε να πάρουμε από τον τρόπο που εκλέγονται οι υποτιθέμενοι αντιπρόσωποι του λαού στο κοινοβούλιο. Καταρχήν ο αρχηγός του κόμματος είναι ο αποδέκτης του δακτυλιδιού που του παραχωρεί ο προηγούμενος ή η υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων. Στην εκλογή των βουλευτών, ο πολίτης δεν έχει καμία άλλη επιλογή από το να διαλέξει μεταξύ αυτών που υποδεικνύουν τα κόμματα  και μαζί με τον υποψήφιο της αρεσκείας του είναι υποχρεωμένος να υποστηρίξει και το κόμμα που επέλεξε ο υποψήφιος, για συγκυριακούς πολλές φορές λόγους. Μπορεί επίσης  να συμβεί και το αντίθετο. Μην έχοντας προσωπική άποψη για τους υποψηφίους ενός κόμματος παρά μόνο αυτή που προβάλει το σύστημα, ο πολίτης δεν ψηφίζει κανέναν και ρίχνει ψηφοδέλτιο χωρίς σταυρό  μη γνωρίζοντας ποιος θα ωφεληθεί από αυτό. Εντυπωσιακό παράδειγμα αποτελεί η εκλογή στο βουλευτικό αξίωμα της αμφιλεγόμενης  κυρίας Ρεπούση με 500 προσωπικούς ψήφους, όταν το μέσο πανελλήνιο εκλογικό μέτρο είναι περίπου 20.000 ψήφοι. Τέλος την κορωνίδα της φανερής καλπονοθείας αποτελεί το δώρο των 50 βουλευτών που δίνει ο παρών αντισυνταγματικός νόμος στο πρώτο κόμμα. Με το αναφερθέν εκλογικό μέτρο το δώρο αντιστοιχεί σε ένα εκατομμύριο ψήφους δίνοντας διπλάσια σχεδόν αξία στην ψήφο των πολιτών που υποστήριξαν το πρώτο κόμμα έναντι αυτών του δευτέρου αλλά και των υπολοίπων. Το Σύνταγμα υπαγορεύει ότι όλοι οι πολίτες είναι ίσοι  αλλά όταν μερικοί αποδείχθηκαν περισσότερο ίσοι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας  δεν μίλησε  ως εάν ήταν ανύπαρκτος . Καλύτερα να πάει να κρυφτεί.  Έχοντας αναφέρει την φανερή καλπονοθεία θα πρέπει να αναφερθούμε και στην σκοτεινή, καθόσον η συγκέντρωση και επεξεργασία των αποτελεσμάτων δεν γίνεται πλέον από το Υπουργείο Εσωτερικών αλλά από ιδιωτική επιχείρηση την ακεραιότητα της οποίας αμφισβητούν πολλοί καθηγητές πληροφορικής των πανεπιστημίων που προτείνουν να ανατεθεί η διαδικασία σε επιτροπή εντίμων αλλά και ειδημόνων προσώπων. 
Μετά από όλα αυτά ποια θα μπορούσε να είναι η δράση που θα πρέπει να αναλάβει κανείς για να διορθώσει τα αίτια που κάνουν τον πολίτη αδύναμο  να αντισταθεί στην επερχόμενη  υποδούλωση του σε ύπουλες δυνάμεις εξουσίας που ενώ έχουν τάχα δημοκρατική μορφή εντούτοις είναι πέρα από τον έλεγχο του;  Η απάντηση είναι εύκολη και συνοψίζεται στο να υπάρχει ένα σύστημα που να εξασφαλίζει κατά το ανθρωπίνως δυνατόν την εκλογή ικανών και έντιμων πολιτών που θα αντιπροσωπεύουν τον λαό στο κοινοβούλιο. Τα εμπόδια για την επιτυχία αυτού του σκοπού είναι κυρίως τρία. Η κομματοκρατία, το εκλογικό σύστημα και βέβαια η παιδεία των πολιτών, την οποία δυστυχώς επιρρεάζει η εξουσία άρα ή πρώτη άμεση ενέργεια πρέπει να συγκεντρωθεί στην εξάλειψη της κομματοκρατίας και την αποκατάσταση της δικαιοσύνης και της ισοτιμίας στον εκλογικό νόμο για να εξασφαλίσουμε την εξουσία που θα διαπαιδαγωγήσει τον λαό που σήμερα παραπαίει στο χάος της επιτελούμενης προπαγάνδας των ΜΜΕ και της καθοδηγούμενης παραπαιδείας.
Αρχικά να αποκατασταθεί ή έννοια της ανάγκης επαφής των υποψηφίων με τους πολίτες και μέχρι να δημιουργηθούν αυτοδιοικούμενες κοινότητες, αν ποτέ γίνει αυτό, θα μπορούσε κανείς άμεσα να ρυθμίσει των αριθμό των εκλογικών περιφερειών έτσι ώστε ο αριθμός των εκλεγομένων βουλευτών σε κάθε περιφέρεια να μην υπερβαίνει τους τρεις. Είναι απαράδεκτο να εκλέγονται 10 έως  40 βουλευτές σε εκλογικές περιφέρειες των μεγάλων πόλεων όπου χάνει η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα.
Οι υποψήφιοι της κάθε εκλογικής περιφέρειας να εκλέγονται από το ίδιο ψηφοδέλτιο. Για να θεωρηθεί κάποιος υποψήφιος σε μία περιφέρεια θα πρέπει να υποβάλει αίτηση που να υποστηρίζεται ενυπόγραφα από έναν αριθμό ατόμων ίσο τουλάχιστον με το 2% του εκλογικού μέτρου της αντίστοιχης περιφέρειας και με υπεύθυνη δήλωση του καθενός με ΑΦΜ ότι δεν έχει υποστηρίξει συγχρόνως άλλον υποψήφιο για να μπορεί να ελέγχεται.
Εφόσον δεν θα υπάρχουν επίσημες κομματικές  υποψηφιότητες δεν θα υπάρχει η έννοια της μεταφοράς περίσσειας ψήφων από μία περιφέρεια σε άλλη. Θα εκλείψει επίσης και το φαινόμενο της εκλογής των τζαμπατζήδων βουλευτών της επικρατείας που είναι καθαρά κομματικά στελέχη ανεύθυνα έναντι των εκλογέων.
Βεβαίως οι ιδεολογικές παρατάξεις που σήμερα συνιστούν τα κόμματα δεν θα εκλείψουν αλλά ούτε και θα ήταν ωφέλιμο κάτι τέτοιο. Επομένως μετά την εκλογή των βουλευτών θα μπορούσαν να συσπειρωθούν σε ομάδες να εκλέξουν αρχηγό και να διεκδικήσουν την κυβέρνηση εφόσον συνιστούν πλειοψηφία. Σε αντίθετη περίπτωση θα αναγκαστούν να συνεργαστούν μεταξύ τους αντί να τρώγονται σαν τα σκυλιά ως εάν το εθνικό συμφέρον δεν είναι το ίδιο για όλους. Εκτός βέβαια εάν δεν ανήκουν στο έθνος και δεν θέλουν να το υπηρετήσουν.
Ηλίας Σταμπολιάδης
3 Μαΐου 2014


Τρίτη 29 Απριλίου 2014

Κώστας Τσιαντής ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ: ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΩΝ

ΕΠΙ ΤΩΝ ΟΡΙΩΝ: ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΕΝ ΟΨΕΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΩΝ

Κώστας Τσιαντής


1. Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΕΥΡΩΕΚΛΟΓΩΝ

Λίγοι μήνες μας χωρίζουν από τις επικείμενες ευρωεκλογές και  δημοτικές εκλογές του Μαΐου  που μέλλει να διεξαχθούν υπό συνθήκες πρωτόγνωρες για τη χώρα. Συνθήκες ξένης κατοχής και κοινωνικού ολοκαυτώματος που ωθούν την ευρωπαϊκή πολιτική της χώρας στα  όριά της.

Παρά τη σημασία που έχουν οι εκλογές αυτές για την αλλαγή της καταστροφικής φιλελεύθερης πολιτικής στην Ευρώπη τα μέσα ενημέρωσης (με λίγες εξαιρέσεις) και οι κυβερνώντες κρατούν την προσοχή της κοινής γνώμης στραμμένη στα θέματα της εσωτερικής  επικαιρότητας όπου εντυπωσιάζουν  η διαφθορά, η κομματοσαπίλα και η διαπλοκή στους κόλπους του ελληνικού κράτους. Η ατζέντα αυτή της αθλιότητας, που επικαλύπτει  τη μεγαλύτερη αθλιότητα: την  άνευ όρων παράδοση του πολιτικού κατεστημένου στις αγορές,  αξιοποιείται για να δώσει ερείσματα στο ρόλο των Τροϊκανών και να αμβλύνει την πραξικοπηματική μετατροπή ενός ευρωπαϊκού  έθνους-κράτους σε αποικία.

Με την ατζέντα αυτή επισκιάζεται και το διακύβευμα των ευρωεκλογών έτσι ώστε να μην τίθενται τα πολιτικά ερωτήματα  που κρίνουν το μέλλον της Ευρώπης και των λαών της. Μα μην αναδείχνεται η υποβάθμιση του ρόλου του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου ούτε η ολιγαρχική συγκρότηση της ΕΕ και η αυτονόμηση του τραπεζικού χρηματιστικού κεφαλαίου από την πολιτική εξουσία και το δημόσιο συμφέρον. Έτσι παραμένει στο απυρόβλητο η χρηματιστική ολιγαρχία που έχει υποδουλώσει την  Ευρώπη και την κυβερνά ερήμην των λαών της[1].

Στις  ευρωεκλογές οι ευρωπαϊκοί λαοί καλούνται να αποφασίσουν το οικονομικο-πολιτικό πλαίσιο και την κατεύθυνση στην οποία θα κινηθεί η ΕΕ και η πολιτική κάθε ευρωπαϊκής χώρας.  Καλούνται να αποφασίσουν ποια Ευρώπη θέλουν και μέσα σε ποιόν ορίζοντα  θα κινηθούν οι κυβερνήσεις τους.  Καλούνται να αποφασίσουν το βάθεμα της Δημοκρατίας στην Ευρώπη καθώς και τον τρόπο προστασίας των εθνικών πολιτισμών τους από το ισοπεδωτικό κύμα της παγκοσμιοποίησης.

Πόσες συζητήσεις αλήθεια γίνονται για τα θέματα αυτά στην κατοχική Ελλάδα; 
Τα μέσα ενημέρωσης και η πολιτική τάξη παρασιωπούν  και παρακάμπτουν τη σημασία των ευρωεκλογών. Αφήνουν να επικρατεί η εντύπωση ότι οι ευρωεκλογές αποτελούν  απλά ένα τεστ/ μια δημοσκόπηση για την τύχη των κομμάτων στις επερχόμενες βουλευτικές εκλογές.
Απέναντι σ’ αυτή την κατασκευασμένη ψευδαίσθηση είναι ανάγκη να τονισθεί ότι οι ευρωεκλογές αποτελούν πολιτικό γεγονός καθεαυτό βαρυσήμαντο: Γεγονός μέγιστης πολιτικοποίησης επειδή αφορά την ουσία της πολιτικής και τα ύψιστα πολιτικά ζητήματα που αφορούν τους ευρωπαϊκούς  λαούς- ιδιαίτερα του πληττόμενους λαούς του Νότου: το δρόμο εξόδου από την κρίση, τον εκδημοκρατισμό της Ευρώπης, το σεβασμό του δικαίου και των συνθηκών (των αρχών της αλληλεγγύης και του κοινωνικού κράτους), την ανάπτυξη και σύγκλιση των οικονομιών, το μέλλον της Ευρώπης. Χωρίς ο ελληνικός λαός ν’ αποφασίσει πάνω στις προτάσεις των κομμάτων για τα καταστατικά αυτά  ζητήματα δεν μπορεί να σχεδιαστεί πολιτική για τη  χώρα.

Δικαιούται να γνωρίζει ο ελληνικός λαός όχι απλά την επιφάνεια  αλλά το βάθος των ζητημάτων  προκειμένου να προσέλθει σύσσωμος  στις εκλογές  και να εκφράσει ελεύθερα τη βούλησή του.
Δικαιούται να μάθει ο ελληνικός λαός,  πού πήγαν οι ευρωπαϊκές συνθήκες, η αλληλεγγύη, το ευρωπαϊκό δίκαιο και  οι προληπτικοί/  ελεγκτικοί μηχανισμοί ώστε να βρεθει να πέφτει μια πρωία  δίχως αλεξίπτωτο στο κενό.  Δικαιούται να μάθει: Ποιός του πήρε το ψωμί, τη δουλειά, το μαγαζί και το σπίτι. Ποιος του’κλεψε  τα ασφαλιστικά ταμεία, τη σύνταξη,  την υγεία, την παιδεία και το μισθό. Ποιός τον διέσυρε διεθνώς, ποιος τον ενοχοποίησε, ποιος πλήγωσε την αξιοπρέπειά του, ποιος τον έκανε  ανήμπορο να τηρήσει τις υποχρεώσεις του, ποιός τράβηξε τη σκανδάλη  στις χιλιάδες των αυτόχειρων. Δικαιούται να μάθει ο ελληνικός λαός ποιος υποθήκευσε την πατρίδα και το μέλλον του, ποιος του στέρησε τη ζωή κι έστειλε τα παιδιά του μετανάστες.   

Αξιώνει να μάθει ο ελληνικός λαός, από τους καλοπληρωμένους εκπροσώπους του στην ελληνική Βουλή και το Ευρωκοινοβούλιο,  τι έκαναν επί τόσα χρόνια για ν’ αποτρέψουν την παγίδευση της Ελλάδας στο χρέος και στους δανειστές της.
Αξιώνει να μάθει από τις κυβερνήσεις των Μνημονίων τί ρήτρες έβαλαν για τα προγράμματα  λιτότητας, για  τη βιωσιμότητα του χρέους,  για την επιβίωση των ανθρώπων, για τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας,
Αξιώνει να μάθει  από τα εντός και εκτός ευρωβουλής κόμματα που διεκδικούν την ψήφο του  τι λύσεις έχουν και τι προτάγματα θέτουν ώστε να ξεπεραστεί η κρίση στην  ευρωζώνη, η οποία επιδεινώνεται συνεχώς.  

2.  Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ  

Από την έναρξη της κρίσης το ζήτημα που κυριαρχεί στην  Ελλάδα είναι η σχέση της ελληνικής οικονομίας με το ευρώ. Επιφανείς  οικονομολόγοι και αναλυτές διαρκώς επισημαίνουν ότι η  έξοδος της χώρας  από την κρίση προϋποθέτει την  έξοδό  της  από τη ζώνη του ευρώ[2].   

Πριν τέσσερα χρόνια ελπίζαμε ότι η θέση αυτή θα μπορούσε να αποφευχθεί[3]. Σήμερα όμως έχουμε φτάσει στο όριο εκείνης της ελπίδας, καθώς καθημερινά αποδεικνύεται και γίνεται αποδεκτό  ότι οι  πολιτικές που επέβαλε η Τρόικα δεν μας βγάζουν απ’ την κρίση  αλλά την επιτείνουν με συνέπεια να έχουμε φτάσει  σήμερα στο κατώτατο όριο της  κοινωνικής εξαθλίωσης και σε κατάσταση εθνικού αφανισμού. Μπροστά στην εξέλιξη αυτή και τη διάψευση των προσδοκιών της από συμμάχους και εταίρους η Ελλάδα είναι αναγκασμένη να βρει τρόπο να επιβιώσει - ανεξάρτητα από την τύχη του ευρώ.

Βρισκόμαστε λοιπόν στο όριο. Αυτό επιβεβαιώνει και η πρόσφατη ομιλία στο LSO  του νομπελίστα οικονομολόγου Πισσαρίδη, ο οποίος,  αντίθετα με ό,τι πίστευε μέχρι χθες, έχει πλέον ταχθεί υπέρ της θέσης ‘‘εγκαταλείψτε το ευρώ’’, διευκρινίζοντας ότι είτε η χρήση του ενιαίου νομίσματος θα πρέπει να καταργηθεί με έναν ελεγχόμενο τρόπο, είτε τα κύρια μέλη του θα πρέπει να κάνουν τα αναγκαία το συντομότερο δυνατό, ώστε να το καταστήσουν φιλικό προς την ανάπτυξη και την απασχόληση[4].

Πάνω στο όριο αυτό μοιάζει με  τελευταίο χαρτί για την παραμονή της Ελλάδας στην ευρωζώνη μια  μετριοπαθής οικονομική πρόταση. Είναι η πρόταση των καθηγητών Γιάννη Βαρουφάκη και Stuart Holland η οποία  παρέχει ενιαίο πλαίσιο λύσης για την ευρωζώνη που πλήττεται από τον Παγκόσμιο Μινώταυρο, με πρώτο τραγικό θύμα  την  Ελλάδα. Τη λύση τους οι δυο οικονομολόγοι τη διαμόρφωσαν στο ξεκίνημα  της κρίσης και την συνδιαμόρφωσαν έπειτα σε συνεργασία με  τον γνωστό  οικονομολόγο James K. Galbraith.
Η πρόταση  διήλθε τα πυρά της επιστημονικής κριτικής και μπήκε στο προσκήνιο των συζητήσεων σε ΗΠΑ και Ευρώπη. Φέρει τον τίτλο: «Modest Proposal for Resolving the Euro Crisis»:  «Μετριοπαθής Πρόταση για την Επίλυση της Κρίσης του Ευρώ»[5]. Τον πρόλογό της έχει γράψει ο Michel Rocard,  τέως Πρωθυπουργός της Γαλλίας (1988-1981) επί προεδρίας Μιττεράν και από το 1994 ευρωβουλευτής.

Η πρόταση αυτή, αν και  παρουσιάστηκε σε πολυπληθές επιστημονικό ακροατήριο στη Ελλάδα, δεν συζητήθηκε πολιτικά. Είναι ανάγκη σήμερα να συζητηθεί ώστε να εξελιχθεί σε μια αναμορφωτική εναλλακτική πολιτική για την ευρωζώνη με ευρεία στήριξη. Έτσι η Ελλάδα εγκαταλείπει το σύνδρομο της «Ψωροκώσταινας» και λειτουργεί στην Ευρώπη ως ισότιμος εταίρος που προβάλλει μια έγκυρη βιώσιμη λύση όχι μόνο για την ίδια   αλλά για το σύνολο της ευρωζώνης, όπου εκατοντάδες  εκατομμυρίων ανθρώπων πλήττονται από την κρίση[6].

Αν η Ελλάδα δεν επιδιώξει μια τέτοια πρόταση, τότε έχει να διαλέξει είτε το μνημονιακό τέλος της εντός της ευρωζώνης είτε  την αποχώρηση απ’ αυτή  και τη χάραξη του δικού της δύσκολου  δρόμου.

3. Η ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ

Στα  ζητήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα  στην Ευρώπη προστίθεται από το 2008 και μετά και αυτό της   τήρησης των ευρωπαϊκών συνθηκών και του δικαίου (του σεβασμού του ευρωπαϊκού νομικού πολιτισμού).
Οι παραβιάσεις από την ολιγαρχική «ευρωγραφειοκρατία»  και τις μνημονιακές κυβερνήσεις του δικαίου και των συνθηκών γίνεται εμφανής στην άνευ όρων  μετατροπή του χρέους των τραπεζών σε δημόσιο χρέος και στην επιβολή πάνω στην Ελλάδα της  καταστρεπτικής πολιτικής των Μνημονίων.

Ο συνταγματολόγος Γιώργος Κασιμάτης και άλλοι έλληνες  συνταγματολόγοι και νομικοί, που μελέτησαν και ανέλυσαν τις Συμβάσεις Δανεισμού-Μνημονίων, κατήγγειλαν την επιβολή των συμβάσεων αυτών ως  «πραξικόπημα», δείχνοντας  ότι οι συμβάσεις αυτές παραβιάζουν κατάφωρα το ελληνικό σύνταγμα, τις ευρωπαϊκές συνθήκες και τις αρχές του  Διεθνούς και του ευρωπαϊκού  δικαίου.

Η διεκδίκηση αυτού του δικαίου δεν βρήκε δυστυχώς έτοιμες τις αντιμνημονιακές δυνάμεις στην Ελλάδα, παρά τις διαρκείς κινητοποιήσεις του λαού  (2010-11)  και τις  εκατοντάδες χιλιάδες των αγανακτισμένων που πλημμύριζαν δυναμικά τις πλατείες.  Η φωνή της Ελλάδας δεν ήχησε ζωηρά στα πανεπιστήμια, τα συνδικάτα και τις πρωτεύουσες της Ευρώπης και δεν κινητοποίησε τους ευρωπαϊκούς λαούς[7].  Το «είμαστε όλοι Έλληνες»[8] και  η διεθνής υποστήριξη των δικαίων της Ελλάδας από δημοσιογράφους, διανοούμενους και νομπελίστες[9] δεν μπόρεσε να κάμψει τη γραφειοκρατία των Βρυξελλών και  τα συμφέροντα της τραπεζικής και χρηματιστικής φεουδαρχίας.

Οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, πολυδιασπασμένες και χωρίς κέντρο πολιτικού σχεδιασμού και συντονισμού, δεν κατάφεραν  να ενωθούν. Το μέτωπο Ε.ΛΑ.Δ.Α[10] στο οποίο ο Μίκης Θεοδωράκης κάλεσε τον ελληνικό λαό δεν στηρίχτηκε και υπονομεύτηκε ενώ η επιστολή του προς την διεθνή κοινή γνώμη[11] δεν προβλήθηκε από τα ΜΜΕ.
Το δίκαιο της Ελλάδας δεν ακούστηκε και οι αντιμνημονιακές δυνάμεις, αντίθετα με έναν Σνόουντεν που κατάφερε και συγκέντρωσε  εκατομμύρια υπογραφές  εν μια νυκτί, δεν έκαναν τίποτα για να συγκεντρώσουν υπογραφές (1.000.000 υπογραφές) προκειμένου  ο στραγγαλισμός της Ελλάδας να συζητηθεί στο ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο (ή στο ευρωπαϊκό δικαστήριο). 

4. Η ΕΘΝΙΚΗ ΔΙΑΣΤΑΣΗ
.
Και ο πολιτικός προβληματισμός προχωράει παραπέρα, στα εθνικά θέματα, όπου το ερώτημα που τίθεται είναι το κατά πόσον  μια  Ευρώπη γερμανοκρατούμενη είναι πλέον συμβατή  με τα εθνικά συμφέροντα σε επίπεδο αμυντικό, γεωπολιτικό και άσκησης της εθνικής κυριαρχίας.

Την απάντηση την βρίσκουμε σε πρόσφατο άρθρο του  πρέσβη ε.τ Π. Νεάρχου[12], ο οποίος αναλύοντας τις αλλαγές στην Ευρώπη και στον διαμορφούμενο συσχετισμό δυνάμεων παρατηρεί: ‘’Η Ευρωπαϊκή Ένωση, αντί ν’ αποτελεί εναλλακτικό έρεισμα της χώρας, λόγω της υποτιθέμενης ισότιμης συμμετοχής μας σ’ αυτή, συμπεριφέρεται, δυστυχώς, ως επικουρία της Αμερικανικής πολιτικής. Προστίθεται και αυτή [ΕΕ] στις πιέσεις σε βάρος της χώρας, εκμεταλλευόμενη τη γενικότερη αδυναμία της αλλά και τον διπλωματικό αυτό εγκλωβισμό της σε μια πολιτική κατευνασμού και υποστηρίξεως, χωρίς ουσιαστικούς όρους, της Ευρωπαϊκής πορείας της Τουρκίας’’. Και καταλήγει: ‘’Είναι καιρός να συνειδητοποιήσει η χώρα ότι η πολιτική αυτή, παράλληλα με το οικονομικό αδιέξοδο, δημιουργεί επίσης μια πολύ επικίνδυνη κατάσταση στα εθνικά θέματα και στην εθνική ασφάλεια της χώρας. Πρέπει επειγόντως ν’ αναληφθούν πρωτοβουλίες για την ενίσχυση των στρατηγικών ερεισμάτων της χώρας και προς την κατεύθυνση αυτή δεν χωρούν αποκλεισμοί και αφορισμοί. Πρωτεύει το εθνικό, ζωτικό συμφέρον της χώρας’’.

Οι θέσεις αυτές του τέως πρέσβη είναι συμβατές με την πολιτική των ‘’πολυγαμικών σχέσεων’’ που  προτείνει ο  Βασίλης Μαρκεζίνης. Όμως η ανάπτυξη  των σχέσεων αυτών απαιτεί απ’ την Ελλάδα ν’ αναλάβει πρώτα την άσκηση των δικαιωμάτων της στην ΕΕ. Ως ισότιμη ευρωπαϊκή χώρα -σύμφωνα με τις συνθήκες- η Ελλάδα πρέπει ισότιμα προς τους εταίρους της να ασκήσει εθνική πολιτική στις εξωτερικές της σχέσεις. Γιατί είναι απαράδεκτο μια  χώρα-μέλος  της ΕΕ που πλήττεται βάναυσα από επιβαλλόμενες καταστροφικές πολιτικές και έχει περιέλθει  σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης,  να μην μπορεί να συνάψει σχέσεις οικονομικής ή ενεργειακής συνεργασίας με χώρες όπως η Ρωσία και η Κίνα, όταν ακριβώς αυτό κάνουν άλλες ευρωπαϊκές χώρες παρότι  δεν βρίσκονται σε  τέτοια ανάγκη,  όπως η  Γερμανία.

5. ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Για  να διεκδικήσει η Ελλάδα τα δίκαιά της και να πραγματώσει τις δυνατότητές της χρειάζεται να ανακτήσει την εθνική της αυτοπεποίθηση και τις ψυχικές της δυνάμεις, οι οποίες  έχουν πληγεί βάναυσα από την μακροχρόνια  επίθεση της Νέας Τάξης στο νου των Ελλήνων, από τη διαρκή ενδοτικότητα των ελληνικών κυβερνήσεων, τον αφελληνισμό  και τη διαφθορά των κρατικών λειτουργών και της άρχουσας τάξης. «Μόνο μια απολύτως διεφθαρμένη, ανίκανη και εξαρτημένη άρχουσα τάξη και πολιτικό προσωπικό θα μπορούσαν να συνομολογήσουν Δανειακή και Μνημόνιο», παρατηρεί ο Δ. Κωνσταντακόπουλος.

Οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν  παραιτηθεί από τη διεκδίκηση των δικαίων της Ελλάδας και την άσκηση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων. Η πολιτική τάξη,  «όμηρος των αγορών»,  έχει οδηγήσει την Ελλάδα στην ‘‘ιμιοποίηση’’, κατά την έκφραση του καθηγητή  Γιώργου Κοντογιώργη. Και δεν «υπάρχει τρόπος να αντισταθμιστεί, να ελεγχθεί η δύναμη των αγορών», συνεχίζει,  χωρίς Δημοκρατία: χωρίς η κοινωνία  «να αξιώσει να της επιστραφεί η πολιτική αρμοδιότητα προκειμένου ν’ αποφασίζει τα του οίκου της», χωρίς «το πολιτικό σύστημα θα γίνει εντέλει κατ’ ελάχιστον αντιπροσωπευτικό».  Μόνο αν βγούμε, τονίζει,  από τη μοιρολατρία και αναλάβουμε ως κοινωνία τις τύχες μας μόνο τότε μπορούμε να αποτρέψουμε το τέλος «της συντεταγμένης πολιτειακά εθνικής συλλογικότητας» και να άρουμε το καθεστώς της κατοχής. «Η πολιτεία της κοινωνίας/δήμου (και όχι του κράτους/πολιτείας) βρίσκεται πίσω από τη μεγαλουργία και την μακροημέρευση του ελληνισμού. Με αυτήν και μόνο θα διασωθεί και σήμερα»[13]. 


ΩΣ  ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ:

Η θανάσιμα πληττόμενη από τα Μνημόνια Ελλάδα για να επιβιώσει εντός της ευρωζώνης πρέπει:
1. Να αγωνιστεί από κοινού με τους δοκιμαζόμενους λαούς της Ευρώπης για την ανατροπή της ολιγαρχίας του Χρήματος και την επανίδρυση της Δημοκρατίας στη γηραιά ήπειρο.
2. Να ασκήσει το ρόλο της ως ισότιμος θεσμικός εταίρος, όπως προβλέπουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες.
3. Να κινητοποιήσει την Ευρώπη γύρω από  μια επιστημονικά τεκμηριωμένη  εναλλακτική οικονομική πρόταση, όπως είναι η «Μετριοπαθής Πρόταση για την Επίλυση της Κρίσης του Ευρώ».  
4. Να σφυρηλατήσει στην Ελλάδα την ενότητα και συμπόρευση των αντιμνημονιακων δυνάμεων σ’ ένα Ενιαίο αντιμνημονιακό μέτωπο που  έχει πρόγραμμα, στόχο και στρατηγική.
5. Να αντιπαραθέσει απέναντι στα επιτελεία της διεθνούς ελίτ-  στην πρώτη γραμμή- τα καλύτερα τέκνα  της πατρίδας στην επιστήμη, στην τόλμη, στην εφευρετικότητα, στην αγωνιστικότητα, στη δημιουργία, στο ήθος, στις αξίες.

Μόνο αν πορευτούμε έτσι όλοι μαζί θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε το νέο χάρτη/τη νέα Magna Carta  για την Ελλάδα και την Ευρώπη.
Αν η ηγεσία της ολιγαρχικής Ευρώπης δεν θέλει να αποδεχτεί μια τέτοια πρόταση σωτηρίας της ευρωζὠνης, τότε  για να επιβιώσουμε είμαστε υποχρεωμένοι να πορευτούμε άλλο δρόμο και να εμπιστευτούμε τις δικές μας δυνάμεις και αξίες της ιστορίας μας.

ΠΗΓΕΣ




[1] Π. Νεάρχου, Ευρώπη και Χρηματιστική Ολιγαρχία, Επίκαιρα, 9-1-2014,, τ.221, σ.28.
[6]Δ. Κωνσταντακόπουλος: «Το σενάριο-εφιάλτης για τους πιστωτές. είναι μια ελληνική κυβέρνηση πολιτικά, νομικά, επικοινωνιακά πανέτοιμη να δώσει τη μάχη, με πλέγμα διεθνών συμμαχιών, ζητώντας πειστικά και ορθολογικά αναθεώρηση της ασκούμενης πολιτικής. Οι πιστωτές θέλουν οτιδήποτε εκτός από αυτό, θέλουν να απομονώσουν την «ελληνική περίπτωση», για να μετατρέψουν, όπως το κατάφεραν έως τώρα, την κρίση των τραπεζών σε κρίση της Ευρώπης, πόλεμο μεταξύ ευρωπαϊκών εθνών. Εμείς πρέπει να θέλουμε το αντίθετο, να χωθούμε όσο μπορούμε, μαζί με το πρόβλημά μας, μέσα στην Ευρώπη, συνδέοντας τη λύση στο δικό μας πρόβλημα με την αναζήτηση εναλλακτικής για όλη την Ευρώπη». Δ. Κωνσταντακόπουλος: :Ευρώ ή δραχμή;
[7] Δ. Κωνσταντακόπουλος: ‘’Το φθινόπωρο του 2011, ο Μίκης Θεοδωράκης μου έκανε την τιμή να μου αναθέσει τη συγγραφή μιας έκκλησης για τη σωτηρία του ελληνικού και των ευρωπαϊκών λαών (Αυγή, 30.10.2011). Η έκκληση, που έμεινε γνωστή ως «έκκληση Μίκη-Γλέζου» υπεγράφη επίσης από τον Αλέξη Τσίπρα και μια σειρά προσωπικοτήτων από όλη την Ευρώπη, περιλαμβανομένων των ηγετών της ευρωπαϊκής «ριζοσπαστικής αριστεράς». Επί δύο χρόνια ήταν ανηρτημένη στην πρώτη σελίδα της ιστοσελίδας του «Κόμματος Ευρωπαϊκής Αριστεράς» και, φοβούμαι, ήταν το μόνο ολοκληρωμένο υλικό εκεί που συνέδεε την ελληνική με την ευρωπαϊκή κρίση, αναδεικνύοντας την κεντρικότητα της ελληνικής καταστροφής για το ευρωπαϊκό θέμα. Δυστυχώς, η ιστοσελίδα του ΚΕΑ παραμένει εξαιρετικά φτωχή για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα, έχει ένα σωρό υλικά για διάφορα θέματα, τίποτα όμως που να αντανακλά έστω και από μακριά το βάθος της ελληνικής τραγωδίας’’.
«Είχαμε συμφωνήσει τότε (2011) με τον Θεοδωράκη και τον Τσίπρα, να κάνουμε αμέσως ένα μεγάλο διεθνές συνέδριο στη βάση αυτής της έκκλησης. [..]. Δυστυχώς και τότε και αργότερα, η ελληνική και ευρωπαϊκή αριστερά απέφυγε να δράσει. Έγιναν διάφορες «αντικαπιταλιστικές» συνάξεις, όπως στη Φλωρεντία, την Τυνησία, το Alter Summit στην Αθήνα, βγήκαν διάφορα κείμενα για την κατάσταση στο Μαγκρέμπ, τα δικαιώματα των ομοφυλόφιλων και πολλά άλλα θέματα. Κανένας όμως, δυστυχώς, δεν ανέλαβε την πρωτοβουλία να συντάξει δέκα σειρές βρε αδερφέ σε οποιαδήποτε από αυτές τις συγκεντρώσεις, μια δήλωση δηλαδή αγανάκτησης και αλληλεγγύης για τη δολοφονία ενός ευρωπαϊκού λαού και του κράτους του!».