Share |

Πέμπτη 22 Μαρτίου 2012

ΠΟΛΕΜΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ 20-3-2012

 ΒΑΣΙΛΗΣ ΜΑΡΚΕΖΙΝΗΣ ΟΛΟΚΛΗΡΗ Η ΟΜΙΛΙΑ.


Η χώρα μας βιώνει μια πρωτοφανή κρίση. Παρά τις καθησυχαστικές δηλώσεις που ακούμε συχνά από τον πρωθυπουργό αλλά και από όλα τα κυβερνητικά στελέχη, θεωρώ ότι όλοι τους ξέρουν καλά ότι δεν λένε όλη την αλήθεια στον λαό. Αυτό ισχύει και για τις πρόσφατες ανακοινώσεις σχετικά με τις υποτιθέμενες θετικές συνέπειες της εφαρμογής του PSI, το οποίο οι αγορές, αν μη τι άλλο, δεν φαίνεται να αντιμετωπίζουν με την αισιοδοξία που εκφράζει ο Έλληνας πρωθυπουργός (βλ. The Times, 20 Μαρτίου 2012, σ. 50)...



Η Ελλάδα λοιπόν βρίσκεται σε κρισιμότατη κατάσταση, η οποία, σύμφωνα με πολλούς ξένους παρατηρητές και αξιωματούχους, είναι πολύ πιθανό να επιδεινωθεί. Η ύφεση, που άγγιζε το 7,5% το τελευταίο τρίμηνο του 2011 και, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, θα παραμείνει στο 4-5% (αν όχι και περισσότερο) στη χρονιά που διανύουμε. Η ανεργία αναμφισβήτητα θα αυξηθεί. Το κόστος ζωής, ομοίως, θα ανέβει. Τα εισοδήματα των πολιτών, από την άλλη πλευρά, θα μειωθούν δραστικά. Οι συντάξεις έχουν σχεδόν μηδενισθεί και ως μοντέλο βιωτικού επιπέδου οι Ευρωπαίοι φίλοι μας μας επιβάλλουν αυτό της Βουλγαρίας ή και της Ρουμανίας, λύση που χαροποιεί μερικούς επιχειρηματίες μας! Η αγορά θα στεγνώσει από ρευστό. Μόνον οι τράπεζες θα καταφέρουν να ανακεφαλαιοποιηθούν έχοντας παντού στον κόσμο μεταβληθεί στο ασθενέστατο σημείο το σύγχρονου καπιταλισμού. Έτσι, τα όποια κονδύλια βρεθούν για δημόσια έργα θα κάνουν – κυρίως - ακόμη πλουσιότερους ορισμένους πλούσιους επιχειρηματίες, οι οποίοι, απλώς, θα εκμεταλλευθούν την εργασία ενός απίστευτα κακοπληρωμένου εργατικού δυναμικού. 
Επιπλέον, όμως, όπως και οι περισσότεροι ξένοι σχολιαστές, προσωπικά δεν έχω πειστεί ότι η κυβέρνηση θα μπορέσει να εκπληρώσει τους όρους που της επέβαλαν. Η σχεδιαζόμενη αλλά αμφιλεγόμενη «άσκηση σωτηρίας» μπορεί να μην τελεσφορήσει. Πολλοί ξένοι ειδικοί πιστεύουν ότι η χρεοκοπία δεν θα αποφευχθεί. Η έξοδος από το ευρώ, επίσης, δεν μπορεί να αποκλειστεί ως ενδεχόμενο, απλώς έχει αναβληθεί. Και η έξοδος αυτή - δεν πρέπει να το ξεχνάμε - δεν αποτελεί ζήτημα επιλογής για τους Έλληνες, αλλά μια εξέλιξη την οποία τεχνηέντως θα επιβάλουν οι ξένοι όταν θα έχουν πια απηυδήσει πλήρως με τη χώρα μας! Ακόμη πιο ανησυχητικό όμως είναι το τι θα γίνει όταν ξεσπάσει η (σχεδόν αναπόφευκτη) κοινωνική αναταραχή στους δρόμους και πώς (ή μάλλον αν) θα σταθεί δυνατόν να αποτραπεί. Γιατί προσοχή: με το να λέμε ότι αυτή πηγάζει από μερικούς αριστερούς ή κουκουλοφόρους δεν είμεθα μόνο υπεύθηνοι αυταπάτης αλλά και απάτης! 
                              ---------------------------


Τα άτομα που «ενορχήστρωσαν» αυτή την πορεία, τις συνέπειες της οποίας σύντομα θα βιώσουμε ακόμη πιο έντονα, είναι οι ορισμένοι αποτυχημένοι πολιτικοί των ελληνικών κυβερνήσεων από το 2000 και μετά. 

Αυτή η ολέθρια πορεία, όμως, δεν θα ήταν δυνατόν να έχει καθοριστεί μόνον από τους ίδιους. Έτσι, οι πολιτικοί μας έλαβαν πολύτιμη βοήθεια από ευάριθμους (άπληστους λένε πολλοί)  τραπεζίτες και επιχειρηματίες, οι οποίοι δεν αρκούνται να βγάζουν χρήματα αλλά θέλουν επίσης να «κυβερνούν την Ελλάδα», καθώς και από μερικούς μεγιστάνες των ΜΜΕ, οι οποίοι έχουν μεταμορφώσει τις εφημερίδες και τα τηλεοπτικά κανάλια σε μηχανές προπαγάνδας και παραπληροφόρησης.
Η δυσπιστία των αναγνωστών και των τηλεθεατών απέναντι στα ΜΜΕ, την οποία περίτρανα αποδεικνύουν τα χαμηλά ποσοστά αναγνωσιμότητας και τηλεθέασης, δεν αποτελεί εντούτοις επαρκή τιμωρία για μια τέτοια συμπεριφορά! Έτσι, πολλές ελληνικές εφημερίδες είναι σήμερα οικονομικά υπερχρεωμένες, ενώ αρκετές άλλες μετά βίας καταφέρνουν να επιβιώσουν μοιράζοντας… δωρεάν DVD! Εκεί λοιπόν καταντήσαμε; Έμποροι παλαίων DVD να μας επιβάλλουν μαθήματα ηθικής και πολιτικής δεοντολογίας;
Και σαν να με έφταναν όλα αυτά στα πρόσωπα μερικών από αυτούς τους μηχανορράφους των ΜΜΕ βρίσκουν ιδανικούς «συνεταίρους» ορισμένοι ξένοι παράγοντες οι οποίοι εποφθαλμιούν τους πόρους μας σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο και ορυκτό πλούτο.
Πρός τι μία τέτοια συντονισμένη μεγαλό-συνωμοσία; Και πως αποφεύγεται; Αυτά είναι μερικά από τα ερωτήματα που θέλω να εξετάσω σ΄αυτό το δοκίμιο και, στο τελευταίο μέρος, να αναπτύξω μερικές ιδέες μου για περαιτέρω συζήτηση.                               ------------------------



Καταρχάς, σκοπός των προαναφερθέντων κατεστημένων – και η χώρα μας δεν κυβερνάται από κατεστημένο αλλά από συντονισμένα κατεστημένα - είναι να χρησιμοποιήσουν τις επερχόμενες εκλογές για να διαιωνίσουν το status quo. Είναι άλλωστε διάχυτος ο φόβος ότι μερικά από αυτά μπορεί και να καταφύγουν σε εκβιασμούς, δωροδοκίες, παραπληροφόρηση και προπαγάνδα για να επιτύχουν τον στόχο τους. Το κεντρικό επιχείρημά τους θα φέρει τους ψηφοφόρους αντιμέτωπους με το δίλημμα: «θέλετε ή δεν θέλετε να μείνουμε στην Ευρωπαϊκή Ένωση;» Εξαιρουμένου του ΚΚΕ, δεν γνωρίζω άλλο κόμμα το οποίο να δηλώνει αντίθετο με την παραμονή μας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αυτό που λένε σήμερα ακόμη και τα κόμματα της Αριστεράς είναι ό,τι ακριβώς ισχυρίζεται (ορθώς) η Δεξιά τα τελευταία δύο χρόνια: «Θέλουμε να βρούμε έναν τρόπο επαναδιαπραγμάτευσης». Εκτός τούτου, σας επαναλαμβάνω: στο τέλος η απόφαση αν μείνομε δεν θα είναι δικιά μας αλλά δικιά τους! Ό,τι έγινε το τελευταίο χρόνο δείχνει ότι οι ενέργειες των Ευρωπαίων αποσκοπούσαν να προστατεύσουν τα δικά των συμφέροντα και μόνο παρεμπιπτόντως τα δικά μας! 

Θα εξετάσουμε άραγε σοβαρά αυτό το επιχείρημα τους επόμενους δύο μήνες; Ή μήπως θα το απλουστεύσουμε λέγοντας: «Ή είστε μαζί μας ή σας θεωρούμε ότι είστε εναντίον μας»;
Οι Έλληνες έχουν περάσει τους τελευταίους δεκαοκτώ τουλάχιστον μήνες με τέτοια ψευδοδιλήμματα που τους έθετε συστηματικά ο τύπος. Τρομοκρατημένοι από τα ΜΜΕ, υποχώρησαν κάθε φορά σ’αυτές τις πιέσεις. Θα υποχωρήσουν όμως και τώρα; Δεν θα μπορέσουν άραγε να καταλάβουν ότι αυτό το επιχείρημα αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής με σκοπό την αποδυνάμωση - μια και είναι αδύνατη η εξουδετέρωση - των κομμάτων της Αριστεράς; Εάν όμως υποχωρήσουν, αυτοί και μόνο θα φταίνε για τα δέκα (ή και περισσότερα) χρόνια δυστυχίας που τους περιμένουν, όπως και για την απώλεια των εθνικών πόρων τους, που επίσης τους περιμένει στο άμεσο μέλλον.
Σε πολλούς ευσταθεί η άποψη ότι στη χώρα μας η δημοκρατία υπάρχει σήμερα μόνον εν μέρει. Παραδείγματος χάριν, το δικαίωμα της δημόσιων διαδηλώσεων αποτελεί αντικείμενο καθημερινής κατάχρησης χωρίς να αποφέρει κανένα αποτέλεσμα. Εντούτοις, το δικαίωμα καταστολής της δημόσιας διαμαρτυρίας αποτελεί αντικείμενο ακόμη μεγαλύτερης κατάχρησης, η οποία μάλιστα μερικές φορές συνοδεύεται και από πρωτοφανή άσκηση βίας ή ακόμη - όπως φημολογείται - και συγκαλυμμένη κρατική προβοκάτσια. Οι πολιτικοί μας παρεκτρέπονται, σε οικονομικό ή άλλο επίπεδο, αλλά τα ελληνικά ΜΜΕ σπανίως ερευνούν στον δέοντα βαθμό τις ενδείξεις αυτών των παρεκτροπών, ενώ οι ίδιοι οι πολιτικοί στο τέλος καταφέρνουν να απαλλαχθούν από κάθε ευθύνη χρησιμοποιώντας παρωχημένες κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Και σήμερα, μέσα από την τεχνητή επίταση της αντιαριστερής προπαγάνδας, βλέπουμε ένα τμήμα του πολιτικού κόσμου να προσπαθεί να κερδίσει μερικές ποσοστιαίες μονάδες στις δημοσκοπήσεις με κίνδυνο να αναζωπυρωθούν υπό δριμύτατη μορφή οι διχασμοί του Εμφυλίου Πολέμου. Κατά τα φαινόμενα, οι υστερόβουλοι αυτοί υπολογισμοί παραβλέπουν το γεγονός ότι οι ψηφοφόροι, για πρώτη φορά, θα έχουν να επιλέξουν μέσα από μια σειρά μικρότερα κόμματα που θα διεκδικούν την ψήφο τους. Κατά κύριο λόγο, όμως, παραβλέπουν τη βαθιά δυσαρέσκεια του λαού για τα δύο μεγάλα κόμματα που έχουν (κακο)κυβερνήσει τη χώρα εδώ και τουλάχιστον δέκα χρόνια. Αυτή η δυσαρέσκεια αποφεύγεται με κομματικά τεχνάσματα;
Τα αστικά κόμματα, καθώς και οι εφημερίδες που εξασφαλίζουν τη στήριξή τους, φέρουν κοινό μερίδιο ευθύνης για την επιδιωκόμενη αυτή πόλωση. Διότι, μπορεί, μετά τις εκλογές, τα κόμματα αυτά να αποδειχθούν ανίκανα να κυβερνήσουν (είτε μόνα τους είτε – πιθανότατα - υπό κάποια μορφή συνεργασίας) εάν έχουν ακυρώσει πλήρως την διάθεση συνεργασίας η ανοχής - τουλάχιστο σ’ ένα βαθμό - των αριστερών κομμάτων με το να τους κολλήσουν την ετικέτα των «επικίνδυνων εξτρεμιστών». Αντίθέτως, όλοι μας πρέπει να είμεθα έτοιμοι να συμπράξομε – έστω και χαλαρά - μαζί τους μέσα στο ευρύτερο δημοκρατικό πλαίσιο και για να εδραιώσομε ακόμη καλύτερα το δημοκρατικό μας πολίτευμα. Εκτός τούτου, αυτή η ετικέτα των «επικίνδυνων εξτρεμιστών» θα είναι και άδική μια και πολλοί που θα ψηφίσουν αριστερίζοντα ή φιλελεύθερα κόμματα δεν θα είναι ούτε αριστεροί ούτε εξτρεμισταί αλλά άνεργοι, πεινασμένοι ή αδικημένοι μικρό-αστοί, συνταξιούχοι, νέοι άνεργοι, ακόμη και ... απογοητευμένοι νεοδημοκράται!
Αυτή είναι η μια μεριά του νομίσματος. Η άλλη είναι ότι σοβαρό μερίδιο της ευθύνης για μια βαθύτερη εθνική διχόνοια ανήκει την ίδια την Αριστερά, εφόσον, αντί να επιζητεί και αυτή τη συμφιλίωση ή τον εκσυγχρονισμό των ιδεών της, ενθαρρύνει την πολιτική σύγκρουση παρουσιάζοντας προγράμματα που, τόσο ως προς το περιεχόμενο όσο και ως προς τη διατύπωσή τους, παραμένουν προσκολλημένα σε μια εντελώς παρωχημένη αριστερή ρητορική. Ακόμη και η Εκκλησία, πραγματικός στυλοβάτης της κοινωνίας μας, απειλείται καθημερινά από μέλη του αριστερού κόσμου (άλλα όχι μόνο), αντί να αντιμετωπίζεται, από κοινού με την ιστορία και τον πολιτισμό μας, ως σημείο αναφοράς για το τι ήμασταν, τι είμαστε, και τι θα μπορούσαμε κάποτε να γίνουμε.
Το ίδιο ισχύει για τον εθνικά αποκοδομητικό ρόλο που έπαιξαν αριστεροί συγγραφείς στην παραγωγή των νέων σχολικών εγχειριδίων του Δημοτικού σχολείου που εγράφησαν στη συνέχεια της απαράδεκτης συμφωνιάς Παπανδρεόυ-Τζέμ που κατέληξε - συχνά με Ελληνο-Κυπριακά χρήματα – στην εμφάνιση συγγραμμάτων που  παρεποιήσαν τα δεινά του λαού και της Εκκλησίας μας κατά την διάρκεια της βάρβαρης τουρκοκράτιας και, αντιστρόφως, να ωραιοποιήσουν τους Ασιάτες κατακτητάς. Η προσπάθεια αυτή έτυχε ευρύτατης αποδοκιμασίας από διάφορα τμήματα της κοινωνίας μας και σήμερα πλέον φυτοζωεί παρά την υποστήρηξη οργανώσεων που πασχίζουν να κρατήσουν ζωντανό το θνήσκοντα Ευρωπαϊκό «Ατλαντισμό». Αναμφισβήτητα όμως συνέβαλλε και αυτή στην εθνική αποσύνθεση, η αποφορά της οποίας έχει ήδη αρχίσει να γίνεται δυσβάσταχτη!
Η συμφιλίωση λοιπόν είναι υποχρέωση όλων, δεξιών και αριστερών, για να υπάρξει η αναγκαία υποδομή για να ανακάμψει εθνικά και οικονομικά η βαρύτατα πάσχουσα πατρίδα μας. Καταδικάζομε λοιπόν όσους και όλους που δυσκολεύουν αυτή την πορεία, παρατείνοντας έτσι την κακουχία που πηγάζει από εθνικούς διχασμούς και κομματικούς φατριασμούς.                          ------------------------



Επί πέντε χρόνια, και μέσα από έξι βιβλία και περισσότερα από εκατό άρθρα, προσπάθησα να διαμορφώσω ένα νέο πρόγραμμα. Τα όσα έγραψα και είπα σκοπό είχαν, ασφαλώς, να λειτουργήσουν ως αφετηρία και μόνο για έναν νέο επικοδομητικό διάλογο· για έναν τρόπο επίτευξης του στόχου που είχε θέσει και ο κ. Καραμανλής το 2004, ήτοι της δημιουργίας ενός «νέου κράτους». Η προσπάθεια όμως αυτή απέτυχε. Για διαφορετικούς λόγους δεν θεωρώ ότι εγώ στάθηκα περισσότερο επιτυχημένος. Εντούτοις, η δική μου προγραμματική στοχοθεσία, αντίθετα με τη δική του, έχει δύο αιχμές, ενώ ο ίδιος μόνο μία προσπάθησε να επιδιώξει (και αυτήν όχι μέχρι τέλους). 

Σε κοινωνικό επίπεδο, προέβαλα τον στόχο της «κοινωνικής συμφιλίωσης». Η επιδίωξη αυτού του στόχου δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Τον διατύπωσα όμως με εντελώς νέο τρόπο, μια και μέχρι τώρα η συμφιλίωση και η συνεργασία νοούνταν μόνο στο πλαίσιο της «κομματικής συνεργασίας» - υποτίθεται, για το καλό της χώρας, αλλά στην πραγματικότητα μόνο για να παραμείνουν στην εξουσία τα δύο μεγάλα κόμματα.
Κατά την άποψή μου, απαιτείται άμεση και πλήρης αλλαγή της υφισταμένης νοοτροπίας, καθότι χρειαζόμαστε επειγόντως κοινωνική ειρήνη και συμφιλίωση, και όχι μια «ευκαιριακή κομματική» ανακωχή μέχρις ότου ο χρόνος επιτρέψει σε ένα από τα δύο κόμματα να πάρει και πάλι το πάνω χέρι!
Η συνετή προσπάθεια που κάνω, όχι μόνο δεν έχει ακόμη δοκιμαστεί στην πράξη, αλλά δεν έχει καν εξεταστεί ως πρόταση, εφόσον και η Δεξιά και η Αριστερά πάντα τρέφονται από τις πολιτικές συγκρούσεις, ενώ τα ΜΜΕ εξακολουθούν να προτιμούν ως τακτική τις γενικές ταμπέλες και τις ολοκληρωτικές - αν όχι και συκοφαντικές - απορρίψεις οποιασδήποτε ιδέας και οποιουδήποτε ανθρώπου θεωρούν ότι δεν στηρίζει τα συμφέροντά τους. Με σκοπό να μειώσω τις εντάσεις που επικρατούν σε αυτό το επίπεδο, έγραψα πρόσφατα στο Αντίβαρο τις ακόλουθες παρατηρήσεις, τις οποίες θεωρώ ότι αξίζει να επαναλάβω κατά λέξη:


Η θεραπεία που προτείνω ... στηρίζεται στην ιδέα ενός νέου κοινωνικού συμβολαίου, το οποίο όλοι οι πολίτες –δεν αναφέρομαι καν στους εξ ορισμού εγωκεντρικούς πολιτικούς- πρέπει να δεχθούν, έστω και αν δεν τους ικανοποιεί όλους εκατό τοις εκατό. 

Κάτι τέτοιο όμως μπορεί να γίνει εφόσον όλοι πάρουμε κάτι και δώσουμε κάτι: βασιλείς και στρατιώτες, πλούσιοι ή πένητες, εργοδότες ή εργαζόμενοι, συνδικαλιστές ή απλά μέλη συνδικάτων, αστυνόμοι και διαδηλωτές - όλοι πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι έχουν συμφέρον να επιτύχει αυτή η προσπάθεια. Σε αυτή την υπαρξιακή μάχη, πρέπει να ερωτηθούν οι πάντες, ακόμη και οι νομοταγείς αναρχικοί, και, ει δυνατόν, να συμφωνήσουν!
 Έτσι, η άμεση λήψη των μέτρων που ανέφερα ενδεικτικά πρέπει να συνδυαστεί με:


(α) τη συνειδητή απόφαση όλων των Ελλήνων πολιτών να μην προβαίνουν σε απεργιακές κινητοποιήσεις και διαμαρτυρίες επί ένα ορισμένο διάστημα, ώστε να μπορέσουν τα νέα μέτρα να τελεσφορήσουν· 



(β) την προθυμία των πιο ευκατάστατων πολιτών να προστατεύσουν από τον οικονομικό πόνο τούς λιγότερο τυχερούς· 



(γ) την απόφαση των εργαζομένων και των συνδικάτων τους -που οφείλουν να απελευθερωθούν από τις κομματικές κηδεμονίες- να επιτρέψουν την αναδόμηση του κράτους, να δουλέψουν συνειδητά για τη συλλογή των φόρων, να συμπράξουν με κάθε τρόπο στη μείωση της γραφειοκρατίας προκειμένου η χώρα να προσελκύσει νέες επενδύσεις. 



Όλα αυτά πρέπει να γίνουν με απώτερο σκοπό να επανέλθουμε σε ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και, επιπλέον, να πείσουμε τους ξένους ότι έχει γίνει μια πραγματικά νέα αρχή, η οποία, αργά, κοπιαστικά αλλά με βεβαιότητα, θα επαναφέρει τη χώρα μας σε θέση οικονομικής ανταγωνιστικότητας. 



Αυτή η αναδόμηση πιθανότατα θα απαιτήσει τη συνέχιση της εξυγίανσης και της σμίκρυνσης του δημόσιου τομέα, αλλά και την απόλυση όσων δεν εργάζονται επειδή οφείλουν τις θέσεις τους αποκλειστικά και μόνο σε κομματικούς διορισμούς και εξυπηρετήσεις. 



Επειδή αυτά τα μέτρα δεν θα είναι εύκολα, θα πρέπει να ληφθούν κατά «έξυπνο» τρόπο, που σκοπό θα έχει να μετριάσει των πόνο των πολιτών που θα τα υποστούν. Να αποφευχθούν, όμως, ΔΕΝ είναι δυνατόν. Πιστεύω, ωστόσο, ότι θα γίνουν αποδεκτές οι σχετικές αποφάσεις από τους περισσότερους από εμάς, ιδίως εάν εφαρμοστούν αφού πρώτα αποκατασταθούν διάφορες κατάφωρες αδικίες - π.χ. αφού οι διαπιστωμένοι μεγαλοοφειλέτες του δημοσίου υποχρεωθούν να πληρώσουν τους τεράστιους φόρους που οφείλουν. 



Θα μου πείτε: «Κλείνει έτσι η μαύρη τρύπα των εσόδων;» Η απάντηση είναι: «Όχι, βεβαίως». Εντούτοις, μια τέτοια κίνηση θα καθιστούσε πιο εύκολη την εφαρμογή της λιτότητας, γιατί θα έπειθε τους θιγόμενους πολίτες ότι δεν θα μπαίνουν πάντα οι ίδιοι στο στόχαστρο για να προφυλάξουν τους πολυπροστατευμένους τραπεζίτες, ξένους και δικούς μας, οι οποίοι τον τελευταίο καρό έχουν γίνει τα «αγαπημένα παιδιά» του κράτους! 



Επανέρχομαι λοιπόν στην απόλυτη ανάγκη για μια ευρεία συναίνεση -και όχι για έξωθεν επιβεβλημένες υποχρεώσεις-, μια συναίνεση βασισμένη στην ισοκατανομή των βαρών, προκειμένου να βεβαιωθούμε ότι θα αποφευχθούν οι εσωτερικές κοινωνικές αναταραχές και θα μειωθούν, όσο το δυνατόν περισσότερο, οι σοβαροί κίνδυνοι του πληθωρισμού που συνοδεύουν κάθε υποτίμηση του εγχώριου νομίσματος και πηγάζουν από την πίεση να αναπληρωθούν αμέσως οι απώλειες από την υποτίμηση. 

Εν ολίγοις, έμφαση πρέπει να δοθεί όχι μόνο στην αποκατάσταση αδικιών αλλά και στη συγκράτηση των τιμών και στη δημιουργία όλων εκείνων των θεμελίων που θα πείσουν τους απλήρωτους πιστωτές μας -διότι θα έχουμε πολλούς ξένους που θα υπάγονται σε αυτή την κατηγορία,  μια και δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να ζούμε χωρίς να αποτινάξουμε το χρέος μας- ότι μια μέρα θα είμαστε και πάλι αρκετά ελκυστικοί ώστε να σκεφτούν την πιθανότητα νέων επενδύσεων στη χώρα μας.                                           --------------------------------



Η δεύτερη αιχμή του πολιτικού προγράμματος που πρότεινα ήταν η ανανέωση των στόχων της εξωτερικής πολιτικής μας. Όπως προείπα, ο κ. Καραμανλής κινήθηκε εν μέρει προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά, δεχόμενος ίσως απειλές, εγκατάλειψε την αξιέπαινη αυτή προσπάθεια.

Προσωπικά ουδέποτε ήμουν κατά της Αμερικής, και επ’ ουδενί κατά της Ευρώπης, μια και ειδικά η δεύτερη αυτή ήπειρος και η κουλτούρα της αποτελούσαν ανέκαθεν τα κεντρικά θέματα που προώθησα καθ’ όλη τη διάρκεια του επαγγελματικού βίου μου. Το τονίζω αυτό, όχι, προφανώς, επειδή θέλω να περιαυτολογήσω, αλλά επειδή θέλω να δείξω πόσο ανενημέρωτοι και προκατειλημμένοι είναι αρκετοί από τους επικριτές μου, οι οποίοι, αγνοώντας το έργο της ζωής μου και τον σχεδόν Ευρωπαϊκό έπαινο που έχει τύχει, έχουν το θράσος να με κατηγορούν ως… αντιευρωπαίο!                                           --------------------------------




Παρ’ όλα αυτά, οι εμπειρίες μου στην Αμερική και την Ευρώπη ποτέ δεν με εμπόδισαν να ασκήσω εποικοδομητική κριτική και στους δύο αυτούς κόσμους (πρακτική, άλλωστε, την οποία ασκούν και οι ίδιοι οι πολίτες τους) για διάφορα ελαττώματα, για εσφαλμένες πολιτικές, καθώς και για περιπτώσεις απληστίας και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Η βαθιά μου αγάπη και αφοσίωση σε ορισμένες χώρες ποτέ δεν με εμπόδισε να επισημάνω τα λάθη τους και να τους ασκήσω κριτική, κάθε φορά που θεωρούσα ότι όφειλαν να προβούν σε διορθωτικές κινήσεις. 


Έτσι, έχοντας την πεποίθηση ότι καθετί ευρωπαϊκό ή αμερικανικό δεν είναι αυτομάτως και τέλειο, και λαμβάνοντας επιπλέον υπόψη ότι ούτε οι Ευρωπαίοι ούτε οι Αμερικανοί έχουν στηρίξει με συνέπεια τα ελληνικά συμφέροντα, έχω ταχθεί εδώ και καιρό υπέρ της άσκησης μιας πολυγαμικής εξωτερικής πολιτικής. Η πεποίθηση αυτή, που παραμένει ακλόνητη μέσα μου, στηρίζεται στην επίγνωση του γεγονότος ότι μπορούμε να βρούμε και άλλες χώρες - τη Ρωσία και την Κίνα, για παράδειγμα - οι οποίες μπορούν να πειστούν να μας βοηθήσουν ταυτόχρονα με τους παραδοσιακούς συμμάχους μας.

Αποτελεί απλώς ένδειξη στενότητας πνεύματος και προκατάληψης να αποκλείει κανείς εκ των προτέρων αυτό το ενδεχόμενο και να το θεωρεί ανέφικτο, χωρίς τουλάχιστον να έχει κάνει μια ουσιαστική προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση. Το πώς μπορεί να γίνει αυτό έχει αναπτυχθεί πολλές φορές τόσο από εμένα όσο και από διάφορους άλλους συγγραφείς. Θα πρόσθετα όμως ότι όσοι επιθυμούν να εξετάσουν σε βάθος τις συγκεκριμένες ιδέες καλά θα έκαναν να διαβάσουν με περισσότερη προσοχή τα λεπτομερώς τεκμηριωμένα κείμενά μου.
Οφείλουν επίσης να αναλογιστούν προσεκτικά τις αρχικές προσπάθειες που κατέβαλε ο κ. Καραμανλής και να διερωτηθούν γιατί έκανε πίσω τόσο ξαφνικά. Αν αυτή η αποτυχία οφειλόταν σε πιέσεις από «ξένους φίλους» μας, τότε θα πρέπει και αυτό το γεγονός να αναλυθεί δεόντως και να συναχθούν τα αναγκαία συμπεράσματα.
Η τάση όμως των Ελλήνων πολιτικών αρχηγών να μη διανοούνται καν την πιθανότητα επίσκεψης στη Μόσχα αν πρώτα δεν το συζητήσουν με την Αμερικανική Πρεσβεία αποτελεί εκδήλωση μιας μορφής αποικιοκρατίας 19ου (ούτε καν 20ού!) αιώνα.
Μπορούν οι Έλληνες να ανεχθούν τέτοια υποτακτικότητα; Προσωπικά, ούτε μπορώ και ούτε πρόκειται να την ανεχθώ ποτέ! Η λήψη και η υλοποίηση νέων πρωτοβουλιών θα μπορούσαν να αποβούν ιδιαίτερα χρήσιμες ως προς δύο βασικά σημεία των εξωτερικών και διεθνών οικονομικών σχέσεών μας. Το πρώτο καθίσταται σαφές άπαξ και αρχίσουμε να σκεφτόμαστε τις περιοριστικές συνέπειες του Μνημονίου 2, τους όρους του οποίου θέλουν να επαναδιαπραγματευθούν όλα σχεδόν τα κόμματα.
Προφανώς, θα είναι δύσκολο κάτι τέτοιο. Εντούτοις, η απόκτηση νέων δεσμών με μεγάλες δυνάμεις, πέραν του παραδοσιακού κύκλου σχέσεών μας, δεν θα είναι απλώς επωφελής αυτή καθ’ εαυτήν· θα μας προσφέρει παράλληλα τη δυνατότητα επιρροής στο πλαίσιο της επαναδιαπραγμάτευσης των επαχθέστατων υποχρεώσεων στις οποίες μας έχει οδηγήσει το Μνημόνιο 2.
Και τούτο, διότι συχνά οι «εταίροι» ανταποκρίνονται πιο πρόθυμα σε νέα δεδομένα που διευρύνουν τις επιλογές του συνεταίρου τους, και όχι επειδή αίφνης αισθάνονται συμπάθεια για αυτόν.


Το δεύτερο ζήτημα είναι η προστασία των εδαφικών και οικονομικών συμφερόντων μας στη Μακεδονία και στη Θράκη, καθώς και τα δικαιώματά μας στους υποθαλάσσιους πόρους μας. Ορισμένοι συγγραφείς, όπως ο Καθηγητής Θεόδωρος Καρυώτης – οικονομολόγος  κατ’ επαγγέλμα – επιχειρηματολογούν (ορθώς) με ανεξάντλητη υπομονή υπέρ της άσκησης αυτών των δικαιωμάτων εδώ και δεκαετίες! 

Σ΄αυτόν το αγώνα προσωπικά, μαζί με άλλους σχολιαστές, συνέβαλα δια της τηλεοράσεως στην επικέντρωση της προσοχής του κοινού στο συγκεκριμένο θέμα πριν από τρία περίπου χρόνια, μόνο και μόνο για να δω τα επιχειρήματά μου να παραμερίζονται με το αιτιολογικό ότι οι εν λόγω διεκδικήσεις ήταν ανούσιοι ισχυρισμοί μια και η χώρα… δεν διέθετε σημαντικά κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου – αμφιβολία που ακόμη και τον Οκτώβριο του 2011 διετύπωνε το ΕΛΙΑΜΕΠ.
Σήμερα, που όλοι ξέρουν ότι η χώρα μας διαθέτει πράγματι τέτοια κοιτάσματα, το όλο ζήτημα πρόκειται να πάρει – πρέπει να πάρει - νέα μορφή. Και πάλι, όμως, κανείς δεν δείχνει να κατανοεί τη νέα έμφαση που πρέπει να δώσουμε στο όλο ζήτημα εάν θέλουμε να έχουμε αποτελέσματα αντί να επαναλμβάνομε γενικές ιδέες που είναι ήδη γνωστές.
Πράγματι, στο εξής, οι συζητήσεις πρέπει να γίνουν πολιτικές: να προσανατολιστούν στην επιδίωξη ενός πολιτικού συμβιβασμού μέσα στο πλαίσιο που μας παρέχει το διεθνές δίκαιο αλλά και τα ενδεχόμενα δίκαια δικαιώματα της Τουρκίας.
Αυτή η αλλαγή θα στεφθεί με επιτυχία μόνον: (α) εφόσον η έμφασή μας μετατοπιστεί από τις γενικόλογες (και επαναλαμβανόμενες) θέσεις και συζητήσεις για το κείμενο της Σύμβασης περί Δικαίου της Θαλάσσης προς τον τρόπο κατά τον οποίο το έχουν εφαρμόσει στην πράξη οι σχετικές νομικές αποφάσεις· και (β) εφόσον αυτή η αξιολογική εξέταση του νομικού υλικού συνδυαστεί με τεχνικές αναλύσεις (σαν και αυτές που κάνει ο κ. Νικος Λυγερός) σχετικά με το πώς μπορούν να περιγραφούν γεωγραφικά οι περιοχές όπου υπάρχουν τα αντίστοιχα δικαιώματά μας.
Τότε, και μόνον τότε, μια ανανεωμένη διπλωματία μας θα περάσει σε πλήρη δράση και, με τη βοήθεια νέων συμμάχων, θα αναδείξει έναν συναινετικό και όχι έξωθεν επιβεβλημένο πολιτικό συμβιβασμό. Εν ολίγοις, απαιτείται  και ως προς αυτό το σημείο μια σημαντική αλλαγή έμφασης - από τη γενική και γνώριμη, ως ετόνισα, πλέον εικόνα προς μια περισσότερο νομική αλλά και επίμονη τάση προς έναν βιώσιμο πολιτικό συμβιβασμό.                                          --------------------------------



Κατά τη γνώμη μου, όλες οι ανωτέρω προτάσεις θα ευοδωθούν όταν προβούμε στις προαναφερθείσες αλλαγές ως προς τον τρόπο σκέψης μας. Και μόνη η λέξη «όταν», όμως, δείχνει ότι δεν έχει ακόμη έλθει η κατάλληλη η στιγμή για να επιδιωχθούν στην πράξη οι προγραμματικοί στόχοι μου, έστω και αν πολλοί από τους ‘παθιασμένους’ επικριτές μου δείχνουν πλέον να κινούνται αργά προς τις κατευθύνσεις που προβάλλω εδώ και αρκετό καιρό. 

Οφείλουμε ωστόσο να καλύψουμε περισσότερο έδαφος.
Διότι τα κατεστημένα συμφέροντα – κομματικά, δημοσιογραφικά, τραπεζητικά - που προανέφερα παραμένουν ακόμη στα οχυρά τους. Και δεδομένου ότι διαισθάνονται πως το τέλος τους πλησιάζει, προβλέπω ότι, για αυτόν τον λόγο και εξαιτίας αυτής της νοοτροπίας (και της παράλογης προσκόλλησης σε μια τελείως παρωχημένη εξωτερική πολιτική), οι επικείμενες εκλογές πρόκειται να αποτελέσουν ένα από τα πιο βρόμικα, ανειλικρινή, βάναυσα και άτιμα παραδείγματα εκλογών που έχει δει ο πολιτικός κόσμος στη σύγχρονη εποχή.


Επανέρχομαι, έτσι, στο θέμα της de facto περιορισμένης δημοκρατίας. Θα ασκήσει άραγε ο λαός μας το ένα και μόνο ουσιαστικό πολιτικό του δικαίωμα που έχει και αυτό ΜΟΝΟ κάθε δύο ή τρία χρόνια, δηλαδή να αποδοκιμάσει (ή τιμήσει) τους εκπροσώπους του;  


Ή μήπως, για άλλη μία φορά, θα υποκύψει στις δωροδοκίες, τους πειρασμούς, τις υπεραπλουστεύσεις της σύγχρονης δημοσιογραφίας, τις προσωπικές υποσχέσεις που θα του γίνουν αλλά ακόμη και την απάθεια που φέρνει η απογοήτευση και, ως συνήθως, ‘επιτρέψει’ στους υπαιτίους – δεν καταδικάζομε όλους - των δεινών του να παραμείνουν στην εξουσία;

Ασφαλώς, είναι ίδιον της ανθρώπινης φύσης να επιλέγει πάντα την οδό της μικρότερης αντίστασης και, ως εκ τούτου, μπορεί να μη δοθεί καμία προσοχή στην έκκλησή μου για οργανωμένη και αποφασισμένη αρνητική ψήφο των υπεύθυνων αστών.
Ωστόσο, οι Έλληνες ενίοτε ξυπνούν και στέκονται σε εκπληκτικά ύψη γενναιότητας, αυτοθυσίας, ευφυίας, και τότε κάνουν το καθήκον τους προς την πατρίδα.
Κατά την προσωπική μου άποψη λοιπόν ο ελληνικός λαός οφείλει να «μαυρίσει» όλους τους υπουργούς των τελευταίων δέκα χρόνων που έπαιξαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην καταστροφή μας στον οικονομικό και εξωτερικό χώρο.                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          


Έτσι, δεδομένου ότι πολλά από τα φημολογούμενα αδικήματα των τελευταίων χρόνων έχουν παραμείνει ατιμώρητα, μεγάλο μέρος του πόνου στον οποίο έχει υποβληθεί ο λαός μας μπορεί εν μέρει να ανακουφιστεί μόνον εάν στην επόμενη Βουλή καταψηφιστούν και απομακρυνθούν ένα σημαντικό ποσοστό από τους σημερινούς βουλευτές, και ειδικά όσοι κατείχαν ανώτερα αξιώματα συνδεόμενα με την διαχείρηση των οικονομικών και εξωτερικών υποθέσεων της χώρας μας. Δεδομένου ότι τα ΜΜΕ θα αποσιωπήσουν αυτή την έκκληση, δεν μπορώ παρά να στηριχθώ στα blogs και σε άλλες σύγχρονες μορφές επικοινωνίας και ειδησεογραφίας, για να στείλω αυτό το μήνυμα με τον πιο σαφή και ηχηρό τρόπο. Θα μεταβληθεί κυριολεκτικά και πρός το καλύτερο το πολιτκό μας τοπίο αν αυτή η έκκληση εισακουσθεί! 

Αυτός είναι ο τρόπος που προσωπικά αντιλαμβάνομαι τη σημερινή κρίση, και αυτό είναι το μοναδικό φάρμακο άμεσης δράσης που διαθέτουν οι συμπατριώτες μου.                                            --------------------------------



Επιτρέψτε μου, λοιπόν, τώρα να στραφώ σε μερικές ευρύτερες ιδέες, τις οποίες προσωπικά θα είχα δοκιμάσει να προωθήσω σε μια εποχή που θα επέτρεπε τον ειλικρινή και ανοικτό διάλογο – πράγμα που αίναι αδύνατο στη σημερινή εποχή επιστημονικής παραπληροφόρησης. 

Ιδού λοιπόν μερικές προτάσεις, επιλεγμένες ενδεικτικά, οι οποίες αναπτύσσουν τον διάλογο ακόμη περισσότερο από τα βιβλία μου και το πρόσφατο δοκίμιό μου στο Αντίβαρο, προορισμένες καθώς είναι για μια μελλοντική εποχή, όπου – ελπίζω - θα υπάρξει ξανά η δυνατότητα σοβαρού πολιτικού αναστοχασμού μια και τα κυρίαρχα κατεστημένα θα έχουν πλέον τότε ανατραπεί! 


Πρώτη στον κατάλογο των επιτακτικών αναγκαιοτήτων για τη χώρα μας είναι η προσπάθεια να επιτύχουμε την κοινωνική συμφιλίωση με τον τρόπο που περιέγραψα αδρομερώς προηγουμένως. 



Δεύτερη είναι η ανάγκη να εγκύψουμε αποφασιστικά στο ζήτημα της αμετάβλητης εξωτερικής πολιτικής μας και να τη σχεδιάσουμε κατά τρόπο που όχι μόνο θα προσφέρει καλύτερη φυσική προστασία σε μια χώρα που πλήττεται τραγικά από την οικονομική κρίση, αλλά θα μας δώσει και κάποια διαπραγματευτικά πλεονεκτήματα αν θέλουμε να ξανασυζητήσουμε με τους φαινομενικά ακλόνητους και ανυποχώρητους Ευρωπαίους και Αμερικανούς, με σκοπό να επιτύχουμε νέους συμβιβασμούς. Έχω ήδη εξετάσει κάποιες νέες πτυχές αυτής της προσπάθειας, οπότε δεν θα αφιερώσω εδώ περισσότερο χώρο. 



Τρίτον: πολλοί πανεπιστημιακοί μας συνωστίζονται σήμερα στις παρυφές της ελληνικής πολιτικής σκηνής, κάνουν τηλεοπτικές εμφανίσεις, εκφωνούν ομιλίες, οργανώνουν δημόσιες συζητήσεις, απειλούν να δημιουργήσουν νέα πολιτικά κόμματα. Πρόκειται αναμφίβολα για έξυπνους ανθρώπους. Οι περισσότεροι όμως στερούνται πολιτικού ενστίκτου και πείρας. Όντως, πόσοι από αυτούς γνωρίζουν πώς να εξασφαλίζουν χρηματοδοτήσεις; Πόσοι έχουν οργανώσει εκλογές; Πόσοι έχουν βιώσει τον εφιάλτη της κατάρτισης εκλογικών καταλόγων και της συμφιλίωσης των εσωκομματικών αντιπάλων; Πόσοι μπορούν έστω και να διανοηθούν πόσο δύσκολο είναι να ορίζει κανείς εκλογικούς αντιπροσώπους, να στελεχώνει γραφεία σε πανελλαδικό επίπεδο, να τυπώνει εκατομμύρια ψηφοδέλτια, και συγχρόνως να φροντίζει ώστε πάντα να βρίσκεται στο σωστό μέρος τη σωστή στιγμή; 

Οι πρώτες εκλογές που μπορώ να θυμηθώ λεπτομερώς ήταν το 1951· έκτοτε, έχω ζήσει τουλάχιστον άλλες δώδεκα, συνειδητοποιώντας όλο και πιο έντονα το μέγεθος αυτών των πρακτικών προβλημάτων. Άραγε όμως είναι καθόλου καλύτεροι αυτοί οι πανεπιστημιακοί – αλλά και τα κόμματα - όταν διοργανώνουν και συμμετέχουν σε ομάδες ατέρμονων συζητήσεων;
Αρκεί να σκεφτούμε τον τεράστιο κατάλογο με τις συνταγματικές τροπολογίες που θέλουν να περάσουν  στην επόμενη, ιδεατή, Βουλή τους για να καταλείξομε στο συμπέρασμα πως «όχι»!.
Νομίζουν, στ’ αλήθεια, ότι μπορεί/θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο σε μια στιγμή που μαίνονται τόσο πολλές και τόσο σοβαρές κρίσεις οικονομικής και εξωτερικής πολιτικής; Κατά τη γνώμη μου, οι συνταγματικές μεταρρυθμίσεις θα έπρεπε, σε πρώτη φάση, να περιοριστούν σε ευάριθμα επείγοντα προβλήματα, στα οποία περιλαμβάνεται η δυνατότητα να δίνουμε το πράσινο φως σε ξένες επενδύσεις χωρίς το Συμβούλιο της Επικρατείας να μπορεί να μπλοκάρει αυτά τα σχέδια με την παραμικρή αφορμή και επί μακρό διάστημα.
Έτσι, τα περιβαλλοντικά ζητήματα, που μνημονεύονται συχνότερα ως αφορμές, μπορούν εύκολα να προκαλέσουν νομικές δυσκολίες, καθότι πολλά από αυτά δικαίως θεωρούνται άκρως σημαντικά για το μέλλον μας.
Επί του παρόντος, όμως, είναι αδήριτη ανάγκη να επιταχύνουμε και να απλοποιήσουμε τη διαδικασία της προσέλκυσης ξένων επενδυτικών κεφαλαίων προκειμένου να ξεκινήσουν έργα μεγάλης κλίμακας. Έτσι, με τη προκαταρτική συμβουλή των ανώτατων δικαστών που εκδίδουν τις αποφάσεις για αυτές τις υποθέσεις, πρέπει να πρέπει να προσπαθησομε να διαμορφώσομε ένα ρεαλιστικό modus vivendi σ’ αυτό το φλέγον θέμα.
Η επόμενη επιτακτική ανάγκη, πάντα στο συνταγματικό πλαίσιο, είναι η διαμόρφωση ενός νέου καθεστώτος ως προς τη μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων - ο καθορισμός μιας νέας σειράς κανόνων που θα εξασφαλίζουν μεν θεμιτή προστασία από τις πολιτικές παρεμβάσεις, αλλά όχι και απεριόριστη εργασιακή ασφάλεια για όλους όσοι δεν δουλεύουν ή δουλεύουν ανεπαρκώς. Είναι δύσκολη η εξεύρεση της σωστής ισορροπίας και στις δύο αυτές περιπτώσεις. Πρόκειται όμως για επείγοντα ζητήματα, σχετικά με τα οποία πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε πολύ σοβαρά και να διαμορφώσουμε ένα αποτελεσματικό χρονοδιάγραμμα για την ταχύτερη δυνατή διευθέτησή τους. Υπάρχουν πράγματι πάρα πολλά θέματα στη συνταγματική ατζέντα μας, αλλά, αν θέλουμε να επιτύχουμε κάτι, θα πρέπει απλώς να θέσουμε όλα αυτά τα θέματα σε σειρά προτεραιότητας.


Τέταρτον: οι (ελάχιστοι) πολιτικοί που σκέφτονται μακροπρόθεσμα θα πρέπει να αρχίσουν να εξετάζουν πώς θα δομήσουν τη σημερινή ασχεδίαστη εγκατάλειψη των μεγαλύτερων πόλεων, όπως είναι η Αθήνα, εγκαινιάζοντας ίσως ένα πρόγραμμα κυβερνητικής αποκέντρωσης, το οποίο μπορεί να δώσει νέα ζωή στην επαρχία, και ειδικά στις πιο ευαίσθητες πολιτικά περιοχές. Έτσι, η μεταφορά π.χ. του Υπουργείου Πολιτισμού στη Θεσσαλονίκη θα έστελνε ένα ισχυρό πολιτικό μήνυμα τοποθετώντας την καρδιά των πολιτιστικών δραστηριοτήτων μας σε μια περιοχή της Ελλάδας η οποία αξίζει να βρίσκεται στο επίκεντρο της πολιτικής και πολιτιστικής μας ζωής όσο και η Αθήνα. Θα μπορούσε επίσης να δημιουργηθεί ένα Υπουργείο Θρακικών Υποθέσεων, με έδρα την Ξάνθη ή την Κομοτηνή, το οποίο θα ήταν επιφορτισμένο με το είδος των λεπτομερών προγραμμάτων ανανέωσης που περιέγραψα σε σχετικό κεφάλαιο του βιβλίου μου "Η Ελλάδα των Κρίσεων" και το οποίο θα είχε στόχο να δώσει ίσα και ουσιαστικά προνόμια σε όλους τους Έλληνες, ασχέτως αν αυτοί είναι χριστιανοί, Πομάκοι, τουρκόφωνοι μουσουλμάνοι ή Ρομά. 



Πέμπτον: θα πρέπει να επικεντρωθούμε στη δημιουργία μιας πλήρως εκσυγχρονισμένης παιδείας, με στόχο την ανάπτυξη μιας βιομηχανίας υψηλής τεχνολογίας, και να σταματήσουμε να δαπανούμε τους πόρους μας στον αέναο πολλαπλασιασμό σχολών Νομικής, Θεολογίας, Οικονομικών και Αρχαιολογίας. Δεν υποστηρίζω ότι οι σχολές αυτές πρέπει να καταργηθούν. Τάσσομαι απλώς κατά του άσκοπου πολλαπλασιασμού σχολών και αποφοίτων οι οποίοι απλώς αδυνατούν στη συνέχεια να βρουν δουλειά. 

Τάσσομαι επίσης υπέρ της μεταφοράς πόρων σε έναν τομέα τον οποίο ένας πολύ γνωστός Καθηγητής του Χάρβαρντ, ο Ricardo Hausmann - στο βιβλίο του The Atlas of Economic Complexity - έχει ονομάσει «παραγωγική γνώση». Το βιβλίο και η θεωρία του Καθηγητή Hausmann αξίζουν ιδιαίτερη προσοχή. Από όσο μάλιστα είμαι σε θέση να γνωρίζω, δεν έχουν μέχρι τώρα προσελκύσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον των Ελλήνων (εκτός από το φίλο μου Νίκο Ξυδάκη).
Η κεντρική θέση της θεωρίας του δεν είναι διόλου περίπλοκη, και το στοιχείο αυτό την καθιστά ακόμη πιο ελκυστική. Η μάχη για το μέλλον της ελληνικής οικονομίας δεν θα έπρεπε να εστιαστεί αποκλειστικά και μόνο στα αντίστοιχα πλεονεκτήματα των δημοσιονομικών ή κεϋνσιανικών μέτρων - λ.χ. της αύξησης των φόρων, της μεγαλύτερης περικοπής των δαπανών, του περιορισμού των χρεών σε αντιδιαστολή με την ανάπτυξη και τις μειώσεις των φόρων, - αλλά στην ανάπτυξη της «παραγωγικής γνώσης». Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Καθηγητή Hausmann, «μια χώρα με υψηλό επίπεδο «παραγωγικής γνώσης» είναι μια χώρα που εξάγει πολλά και διαφορετικά προϊόντα και όπου η παραγωγή αυτών των προϊόντων αποτελεί σύνθετη διαδικασία. Η «παραγωγική γνώση» προδιαγράφει πόσο πλούσια θα είναι μια χώρα και άρα πόσο γρήγορα θα αναπτυχθεί». Οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία, το Ισραήλ ή, στην ευρωπαϊκή σκηνή, η Ιρλανδία είναι χώρες που έχουν κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ιρλανδία, μάλιστα, έχει επίσης να αντιμετωπίσει ένα μεγάλο οικονομικό φορτίο, αλλά έχει κινηθεί ταχύτερα προς ένα πλεόνασμα ισοζυγίου πληρωμών «χάρις στη γνωσιακή βάση του ανταγωνιστικού εξαγωγικού τομέα της». Με άλλα λόγια, η Ιρλανδία έχει ό,τι χρειάζεται για να γίνει τόσο πλούσια όσο είναι τώρα - παρά τις σημερινές δυσκολίες της - ενώ η Ελλάδα βρίσκεται σχεδόν στο τέλος του καταλόγου των 128 χωρών που εξετάζει στο βιβλίο του ο Ricardo Hausmann. 


Ας σκεφτούμε λίγο καλύτερα αυτές τις ιδέες, αν μη τι άλλο επειδή είναι νέες, πρωτότυπες, και μας δείχνουν έναν εναλλακτικό δρόμο μακριά από το αδιέξοδο των καθημερινών λογομαχιών μας. Ας πάρουμε, φέρ’ ειπείν, τη μισή έκταση του πρώην αεροδρομίου του Ελληνικού και ας τη μετατρέψουμε σε ένα είδος Silicon Valley. Ας ψηφίσουμε φορολογικούς νόμους ευνοϊκούς για τους επενδυτές. Ας προσελκύσουμε στη χώρα μας παιδιά-θαύματα από το εξωτερικό, μετριάζοντας ίσως τους νόμους περί μετανάστευσης, υπό τον όρο βεβαίως ότι δεν θα πρόκειται απλώς για μετανάστες αλλά για πραγματικές μεγαλοφυίες. 

 Ας διαμορφώσουμε μια γεωγραφική γειτνίαση που να επιτρέπει τη τακτική και γόνιμη διασταύρωση των ιδεών, και ας μεταρρυθμίσουμε τους νόμους περί πνευματικών δικαιωμάτων και συναφών θεμάτων, προκειμένου να επισπεύσουμε τον μετασχηματισμό των νέων ιδεών σε επιτυχημένες ευρεσιτεχνίες. Αυτός είναι ο τρόπος για να ενισχύσουμε τις εξαγωγές. Αυτός είναι ο τρόπος για να διαμορφώσουμε σταδιακά μια ελληνική οικονομία η οποία θα κατασκευάζει μηχανές, ηλεκτρονικές συσκευές, χημικά προϊόντα, και δεν θα στηρίζεται στην εξαγωγή… αγροτικών προϊόντων. Και, για να προλάβω τους κακεντρεχείς επικριτές, επιτρέψτε μου να ξεκαθαρίσω πως δεν είμαι εναντίον αυτού του είδους εξαγωγών, κυρίως δε εάν η μεταφορά τους στο εξωτερικό γίνει πιο ανταγωνιστική από ό,τι είναι σήμερα. Ισχυρίζομαι απλώς ότι αυτό το είδος τοπικής παραγωγής δεν πρόκειται να κάνει ποτέ ισχυρή την εξαγωγική βιομηχανία μας!  

                                          --------------------------------

Στο κείμενο αυτό παρουσιάσα μερικές ιδέες μου ενδεικτικά, θεωρώντας ότι αναφέρονται στο είδος των θεμάτων που αξίζει να εξεταστούν διεξοδικότερα όταν η οικονομική ένταση θα έχει, κάπως, καταλαγιάσει, και θα έχει διαμορφωθεί ένα πιο εποικοδομητικό πολιτικό κλίμα αντί του σύγχρονου κομματικού φανατισμού. Και με τον κίνδυνο να γίνω κουραστικός, θα επαναλάβω ακόμη μια φορά την προσωπική μου άποψη - ότι το πολιτικό κλίμα δεν πρόκειται να εξυγιανθεί όσο οι άνθρωποι που μας εξώθησαν στο χείλος της αβύσσου εξακολουθούν να ασκούν εξουσία μέσα από τα τηλεοπτικά τους κανάλια, τα πορτοφόλια τους και τα πολιτικά τους δίκτυα. Μπορώ, λοιπόν, τώρα, να παρουσιάσω τα γενικά μου συμπεράσματα κατά τον απλούστερο και σαφέστερο τρόπο. 

Πρώτον: το αν θα πέσουμε τελικά στον γκρεμό θα καθοριστεί, σε πρώτη φάση, από τις ερχόμενες εκλογές αν δεν οδηγήσουν στην ήττα του παλαιού κόσμου των παρωχημένων κατεστημένων, έναν κόσμο που πρέπει να εξαφανιστεί τάχιστα! 

Δεύτερον: η σωτηρία θα εμφανιστεί στην επόμενη εκλογική φάση, η οποία μπορεί να έλθει πολύ πιο γρήγορα από όσο πιστεύουμε. 

Μέχρι τότε, όμως, οφείλουμε να δώσουμε τη δέουσα σημασία όχι απλώς στην απαισιόδοξη αποτίμηση των στοιχείων του χαρακτήρα μας, αλλά και στην τεράστια αισιοδοξία που απορρέει από κάθε μας προσπάθεια να σκεφτόμαστε διαφορετικά, να είμαστε ευφάνταστοι, να είμαστε πρωτότυποι και να μην αναλίσκουμε τα ταλέντα και τις δυνάμεις μας στην καταστροφολογία και τις συκοφαντίες!



Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Δ. ΚΩΝΣΤΑΝΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ


ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠ ΠΡΟΣ ΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΤΗΣ ΚΟΕ

17.03.2012

Αθήνα, 16 Μαρτίου 2012

Aγαπητοί συναγωνιστές,

Χαιρετίζουμε το Συνέδριό σας και ευχόμαστε να συμβάλλει στην αποτελεσματικότερη δράση μιας συνιστώσας του ελληνικού δημοκρατικού, κοινωνικού και εθνικού κινήματος, που διακρίνεται για την οξεία αίσθηση της σύνδεσης εθνικού, δημοκρατικού και  κοινωνικού στοιχείου, που διαθέτει ισχυρούς δεσμούς με τη νεολαία μας, που δεν πάσχει από την «αλαζονίτιδα» πολλών άλλων τάσεων, που είναι δηλαδή διατεθειμένη να διδαχθεί από τα λάθη της, να μάθει από την εμπειρία της, να διαλεχθεί με άλλα ρεύματα και ιδέες. Ξέρουμε ότι έχετε μεγάλη εκτίμηση στην πολιτική κληρονομιά του Λένιν, γι' αυτό και νομίζουμε ότι αξίζει να θυμηθούμε τον ορισμό που έδινε για τους Μπολσεβίκους: «Το ρεύμα του εργατικού κινήματος που διακρίνεται για την ικανότητά του να διεισδύει σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, να τα επηρεάζει και να επηρεάζεται από αυτά». Η συμβολή της τάσης σας μπορεί να είναι καθοριστική στην τόσο αναγκαία ανασυγκρότηση του αριστερού και ευρύτερου δημοκρατικού και πατριωτικού κινήματος.

Σήμερα, ο λαός μας αντιμετωπίζει ίσως τη φοβερότερη απειλή στα διακόσια χρόνια της ανεξαρτησίας του. 'Εχοντας επίγνωση του διακυβεύματος, ιδίως των συνεπειών της μετατροπής του δικαίου των ομολόγων σε αγγλικό και  του ελληνικού χρέους σε χρέος προς κράτη, συνοδευόμενο του όλου από ένα πρόγραμμα καταστροφής του κράτους, της οικονομίας και της κοινωνίας, καλέσαμε ήδη από τις αρχές Δεκεμβρίου το σύνολο των δυνάμεων που αντιτίθενται σε αυτή την πολιτική, να παραμερίσουν τις όποιες διαφορές τους συγκροτώντας ένα ενιαίο μέτωπο κατά του Μνημονίου,  από τον Καμμένο έως την ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όπως διακηρύξαμε, θέλοντας να δώσουμε και συμβολικά την ευρύτητα των δυνάμεων που θα θέλαμε να συμπαραχθούν, ευρύτητα που προσδιορίζει η έκταση της απειλής.

Δεν κάναμε αυτή την πρόταση γιατί αγνοούμε τις ποικίλες διαφορές όλων αυτών των δυνάμεων, ούτε γιατί θέλουμε να υποσταλεί η σημαία των κοινωνικών αγώνων. Την κάναμε γιατί θελήσαμε να οδηγήσουμε  τον ανταγωνισμό αριστεράς  και δεξιάς, ποικίλων τάξεων, τάσεων και ατόμων στο πεδίο που συμφέρει το κίνημα της αντίστασης και αναγέννησης: πως δηλαδή θα δημιουργήσουμε τις συνθήκες ανταγωνισμού για το ποιά δύναμη είναι πιο συνεπής, στα λόγια και στα έργα, στο πεδίο της ανάγκης αντιμετώπισης της θανάσιμης απειλής για τη δημοκρατία, την κοινωνία και το έθνος μας. Για να αυξήσουμε έτσι την πίεση του λαϊκού παράγοντα επί των πολιτικών και των δυνάμεων που λένε ότι παλεύουν για τα συμφέροντά του. Για να αυξήσουμε τη δύναμη πυρός του αντιμνημονιακού μετώπου, για να δώσουμε τη δυνατότητα στο λαό μας να διαχωρίσει αυτός, με το αλάνθαστο κριτήριο της πράξης και της εμπειρίας, τους αγωνιστές από τους δημαγωγούς και τους τυχοδιώκτες.

Το εύρος και ο χαρακτήρας αυτού του μετώπου δεν είναι υποκειμενική απόφαση, ούτε στηρίζεται σε κριτήρια ιδεολογικής εγγύτητας, ούτε σε μια σχηματική, εκ των προτέρων άποψη για τον ρόλο των κοινωνικών στρωμάτων, ούτε καν σε εκτιμήσεις για την έκβαση της σύγκρουσης. Ο χαρακτήρας του μετώπου προσδιορίζεται από την ανάλυση του συγκεκριμένου ζητήματος που τίθεται ενώπιον ενός έθνους, ενός λαού, μιας τάξης. Γι' αυτό και έχει καθοριστική σημασία να καταλάβουμε καλά ποιος είναι ο εχθρός και ποιά είναι η στρατηγική του.

Μας επιτίθενται οι κύριες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και τα όργανα της ΕΕ, αν και αυτή η επίθεση δεν θα μπορούσε να εκδηλωθεί χωρίς τη συγκατάθεση της ίδιας της Αθήνας, δεδομένου ότι η Ελλάδα διαθέτει ισχυρότατα θεσμικά και πολιτικά όπλα στο πλαίσιο της ΕΕ, που όχι μόνο δεν χρησιμοποίησε για να αμυνθεί, αλλά και συνέβαλε η κυβέρνηση Παπανδρέου και Παπαδήμου στη συνέχεια να αχρηστεύσει. Η επίθεση αυτή δεν θα μπορούσε επίσης να εκδηλωθεί αν προηγουμένως δεν είχε οργανωθεί και εκδηλωθεί η επίθεση των «αγορών», δηλαδή της αιχμής της παγκόσμκιας «αριστοκρατίας του χρήματος».

Πίσω από τον άμεσο και ορατό εχθρό μας, τις ανώτερες τάξεις της Γερμανίας και ιδίως τη μερίδα τους που συνδέεται με το χρηματιστικό κεφάλαιο, υπάρχει ο πολύ λιγότερο ορατός, αλλά πολύ πιο επικίνδυνος εχθρός του παγκόσμιου χρηματιστικού κεφαλαίου. Πολύ πιο επικίνδυνος γιατί, σε αντίθεση με τη Μέρκελ και τον Σόιμπλε, αυτός διαθέτει όντως παγκόσμια και μακροχρόνια στρατηγική. Την Ελλάδα θέλει να τη γυρίσει πίσω από το 1974 και πίσω από το 1821. Την Ευρώπη πίσω από το 1945 και πίσω από το 1789. 'Όπως κάποτε οι Κρουπ έδωσαν την εξουσία στον Χίτλερ, έτσι και οι σημερινοί ηγέτες της Γερμανίας έδωσαν την εξουσία στη Goldman Sachs.

O εχθρός μας χτυπάει μία μία χώρα ξεχωριστά και μας έβαλαν εμάς στην πρώτη γραμμή της εξόντωσης. Δεν χτυπάνε μόνο τους φτωχούς 'Ελληνες, χτυπάνε τους 'Ελληνες ως 'Ελληνες, τους αποδομούν το κράτος τους. Από αυτό απορρέει η αδυναμία να υπερασπιστείς την κοινωνία, χωρίς να υπερασπιστείς το έθνος, το έθνος, χωρίς να υπερασπιστείς την κοινωνία. Είναι το εύρος της εχθρικής επίθεσης που αντικειμενικά σπρώχνει τάξεις που συνήθως έχουν αντίθετα συμφέροντα, ιδεολογικά ρεύματα που έρχονται από διαφορετικές αφετηρίες είτε να συγκλίνουν, και στη σύγκλιση αποβλέπει το ενιαίο εθνικό, δημοκρατικό, κοινωνικό πατριωτικό μέτωπο, είτε να αποκλίνουν ακολουθώντας το καθένα το «ο σώζων εεαυτόν σωθήτω». Το Ενιαίο Μέτωπο αποσκοπεί στο να συγκροτήσει το εθνικό, δημοκρατικό, κοινωνικό υποκείμενο, στο να δώσει την πρακτική και πολιτική δυνατότητα στις πιο συνεπείς λαϊκές δυνάμεις να επικρατήσουν αποδεικνύοντας την αποτελεσματικότητά τους στην οργάνωση της άμυνας και της αντεπίθεσης του λαού μας.

Είναι επίσης εξαιτίας αυτής της ανάλυσης που επιδιώκουμε τη συγκρότηση ενός πολιτικού μετώπου των ευρωπαϊκών λαών κατά των αγορών, μόνου ικανού να αναχαιτίσει τον τρίτο παγκόσμιο οικονομικό πόλεμο που ξεκίνησε στην Ευρώπη από μας. Και είναι γι' αυτό τον λόγο που υποτάσσουμε σε αυτή την επιδίωξη τις τακτικές και τα συνθήματά μας.

Δυστυχώς, οι προσπάθειές μας είχαν περιορισμένα αποτελέσματα έως τώρα. Ηγεσίες, πολιτικοί, κόμματα, αν και κάνουν σφοδρή πολιτική κατά του Μνημονίου, αν και μιλάνε για την ανάγκη συγκρότησης ενός ευρύτατου αντιμνημονιακού μετώπου, στην πράξη δεν κινούνται με τρόπο που να αντιστοιχεί  στην κατάσταση που αντιμετωπίζουμε και στην οξύτητα της απειλής. Οι πράξεις τους δεν συνάδουν πάντα με τις πράξεις δυνάμεων που θέλουν πραγματικά να μπουν στον δρόμο του αντιπάλου. Παρά όμως τις απογοητεύσεις, θα συνεχίσουμε στον δρόμο αυτό, για τον απλούστατο λόγο ότι δεν υπάρχει άλλος.

Πιστεύουμε ότι η ΚΟΕ συγκαταλέγεται στις δυνάμεις εκείνες που θα πρωταγωνιστήσουν στις επερχόμενες κοινωνικές, πολιτικές και εθνικές μάχες. 'Οπως έλεγε ο Μαρξ στη τρίτη θέση για τον Φόυερμπαχ, αλλάζουμε αλλάζοντας τον κόσμο.

Για την Εκτελεστική Γραμματεία του Κινήματος Ανεξαρτήτων Πολιτών "Σπίθα"

Ο Γραμματέας

ΔημήτρηςΚωνσταντακόπουλος

Παρασκευή 16 Μαρτίου 2012

Κωνσταντακόπουλος Δημήτρης-


ΖΗΤΕΙΤΑΙ ΗΓΕΤΗΣ (η ελληνική αριστερά ενώπιον των ευθυνών της) - του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου

Για τρίτη φορά στην ιστορία της, η ελληνική Αριστερά βρίσκεται αντικειμενικά ενώπιον μιας ιστορικής και πιθανώς τελευταίας ευκαιρίας, και πρόκλησης συνάμα, να διεκδικήσει την κατά Γκράμσι ηγεμονία του έθνους της στον ύψιστο αγώνα που καλείται να δώσει για την ίδια του την επιβίωση ο ελληνικός λαός, αλλά και να αποδείξει ότι είναι αυτό που δηλώνει. Αναδεικνυόμενη σε κύρια εθνική δύναμη, διεκδικώντας όχι μόνο την κυβέρνηση, αλλά και την εξουσία, μόνη της ή σε συμμαχία. Οι προηγούμενες δύο τέτοιες καταστάσεις στην Ελλάδα εμφανίστηκαν το 1941 και το 1974. Από τον τρόπο που θα χειρισθεί την τωρινή κρίση, θα κριθεί όχι μόνο το μέλλον, αλλά η ίδια η ύπαρξη της αριστεράς. 


Η προοπτική αριστερής ανόδου τρομοκρατεί τα κέντρα της ευρωπαϊκής και της παγκόσμιας τραπεζικής εξουσίας. Αντιδρώντας σε επιστολή που του απηύθυνε ο Αλέξης Τσίπρας, ο επικεφαλής του Εurogroup Ζαν Κλωντ Γιούνκερ, πρωθυπουργός μιας λιλιπούτειας χώρας-πλυντηρίου, προέβη σε νέο εκβιασμό, πρωτοφανή για τα μεταπολεμικά δεδομένα της Δυτικής Ευρώπης. Λέγοντας ότι, αν διακόψουν οι Έλληνες το πρόγραμμα της καταστροφής τους, ψηφίζοντας κόμματα της αρεσκείας τους, θα χάσουν την υποτιθέμενη βοήθεια προς αυτούς. Χωρίς μάλιστα κανείς από αυτούς που παριστάνουν τον πρωθυπουργό και τους πολιτικούς μας να διανοηθεί να υπερασπιστεί τη χώρα και τη δημοκρατία. 

Τρομοκρατημένοι δεν είναι μόνο από την Ελλάδα, είναι και από τη Γαλλία. Μέχρι τώρα, το πρόγραμμα του νέου, χρηματοπιστωτικού ολοκληρωτισμού, εξελίσσεται κανονικά και χωρίς προβλήματα, γιατί δεν ξεσηκώνονται οι ευρωπαϊκοί λαοί και γιατί οι τράπεζες κατάφεραν να κάνουν τη δική τους κρίση, κρίση της Ευρώπης, ενδοευρωπαϊκό «πόλεμο». Γι' αυτό οι πανικόβλητες και σπασμωδικές επεμβάσεις ακόμα και στη Γαλλία, για να μην εκλεγεί ο Ολλάντ.   

Αυτό που τρομοκρατεί Μέρκελ και τράπεζες, είναι αυτό ακριβώς που περιμένουν οι Έλληνες. Μπορεί οι τηλεοράσεις μας να κάνουν ότι μπορούν για να εμπεδώσουν τα αισθήματα πένθους, ήττας και κατάθλιψης, υπό την καθοδήγηση των ξένων μάνατζερ του ψυχολογικού πολέμου, μπορεί να κατάφεραν να δημιουργήσουν σε πλατιά στρώματα μια εικονική αίσθηση πραγματικότητας, ξεχνάνε όμως ότι, τελικά, εκτός από το ψέμμα και την προπαγάνδα, και η αλήθεια είναι τρομερό όπλο. Όλο και περισσότεροι Έλληνες συνειδητοποιούν ότι δεν μπορεί κάποιος να τους σώζει στέλνοντας ασπρομάλληδες γέροντες να συνωθούνται πεινασμένοι για μια λαγάνα την Καθαρά Δευτέρα. Θα την πληρώσουν άσχημα αυτή την εικόνα εθνικού εξευτελισμού, της ντροπής που πρέπει να συνέχει κάθε αξιοπρεπή άνθρωπο, αν είναι αξιοπρεπής, οι Παπαδήμιοι, οι Σαμαράδες, οι Βενιζέλοι και οι όμοιοί τους που, χορτάτοι και καλοζωϊσμένοι, χωρίς καμμιά επαφή και καμιά διάθεση επαφής με τον ελληνικό λαό, δεν κάνουν ολημερίς άλλη δουλειά από το να μεταφράζουν τις οδηγίες Πιστωτών και Προστατών.

Κανείς λογικός άνθρωπος δεν θέλει επανάσταση, δεν θέλει τις τραγωδίες και τους κινδύνους της αναταραχής, των εμφύλιων συγκρούσεων. Κάθε λογικός άνθρωπος θέλει να λύνονται τα προβλήματα ειρηνικά και δημοκρατικά, να διατηρεί η κοινωνία και το έθνος συνεκτικό το πλαίσιο της ύπαρξής του, ιδίως σε τόσο κρίσιμες στιγμές. Είναι γι' αυτό ιστορική η ευθύνη της ελληνικής άρχουσας τάξης, του πολιτικού και κρατικού προσωπικού γιατί, στην πιο κρίσιμη στιγμή της νεώτερης ιστορίας μας, διάλεξαν να περάσουν στο στρατόπεδο των εχθρών της Ελλάδας, δεν έδωσαν εγκαίρως στους Έλληνες πολίτες, τη δυνατότητα τουλάχιστο να διαλέξουν οι ίδιοι το δρόμο που θα πάρουν. Ο Παπαδήμιος, με την προσωπική του περιουσία θα πληρώσει τα ομόλογα που δίνει στο αγγλικό δίκαιο; Ο Σαμαράς θα πληρώσει μήπως κι αυτός με την περιουσία του τις τερατώδεις υποχρεώσεις της δανειακής σύμβασης που ετοιμάζεται να επικυρώσει, το χρέος που αυξάνει και παγώνει σε ευρώ; Τους έχει δώσει κανείς το δικαίωμα να πουλήσουν τη χώρα τους, επαγγελματίες πολιτικοί ανάξιοι να κερδίσουν ένα ευρώ δουλεύοντας;  

Όλο και μεγαλύτερα τμήματα του ελληνικού λαού, συνειδητοποιώντας την άβυσσο που σπρώχνει το έθνος, μια από τις πλέον διεφθαρμένες και ανίκανες πολιτικές ηγεσίες όλης της Ευρώπης, ζητάνε πιεστικά λύση. Αρχίζουν και τις βρίσκουν μόνα τους, ματαιώνοντας την είσπραξη παράνομων φόρων, οργανώνοντας την περίθαλψη των πιο ανήμπορων, πετώντας τα αρπαχτικά των μεσαζόντων έξω από την διακίνηση τροφίμων. Απαγορεύουν αυθόρμητα, ακόμα και σε ανθρώπους-σύμβολα, που αγάπησαν, και γι' αυτό τους πονάει περισσότερο η προδοσία, όπως ο Νταλάρας, ακόμα και τη δημόσια εμφάνιση. Παίρνουν με το ζόρι πίσω τα σύμβολα των μεγάλων εθνικών αγώνων που έδωσε ο ελληνικός λαός και δεν τιμούν οι άρχοντές τους. Πρέπει να ξαναγυρίσουμε στα 1965, επί Αποστατών για να ξαναβρούμε παρόμοιο φαινόμενο στην ελληνική ιστορία.

Κυρίως ζητάνε, όλο και πιο πιεστικά, από όσους πολιτικούς και όσες δυνάμεις λένε ότι αντιστρατεύονται αυτή την πορεία, όχι μόνο την αριστερά, να τους δώσει επιτέλους την ηγεσία που χρειάζονται, τις ιδέες και τα προγράμματα, την οργάνωση και τις συμμαχίες που ανταποκρίνονται στην απειλή μιας εθνικής καταστροφής που είναι τώρα ante portas, και που σε μεγάλο βαθμό έχει ήδη πραγματοποιηθεί. Τους ζητάνε τα όπλα για να πολεμήσουν.

Σε δυο πρόσφατες συγκεντρώσεις αποθέωσαν τον Τσίπρα όταν τους είπε «δεν θέλουμε νάμαστε κόμμα διαμαρτυρίας, θέλουμε την εξουσία». Αλλά μούδιασαν διαβάζοντας ότι κατεβαίνουν στις εκλογές «ΣΥΡΙΖΑ και συνεργαζόμενοι». Και το όνομα μόνο δεν παραπέμπει στην αναγκαία ευρύτητα νικηφόρου ψηφοδέλτιου. Για το άλλο «κόμμα της αριστεράς», αν οι όροι έχουν διατηρήσει σχέση με το περιεχόμενο, το ΚΚΕ, ο καθένας που κάτι νοιώθει και ξέρει, καταλαβαίνει την έκταση της απελπισίας των ανθρώπων που αφιέρωσαν ανιδιοτελώς όλη τους τη ζωή στο κόμμα τους, για να το βλέπουν να κάνει ποδαρόδρομους στα Χαυτεία όταν μισό με ένα εκατομμύριο οδηγείται από ένστικτο στη Βουλή, όταν αρνείται την παραμικρή συνεργασία, χαρακτηρίζει «χαφιέδες ή αφελείς» όσους διαφωνούν μαζί του, «ιμπεριαλιστική» τη Ρωσία, ανόητους όσους πάνε να πετάξουν τους μεσάζοντες έξω από τη διακίνηση προϊόντων. Τόσο τρομαγμένη μοιάζει η ηγεσία τους απ΄όσα έρχονται που, αψηφώντας το γελοίο, ξαναδιέγραψε από το Κόμμα μετά θάνατον τον αρχηγό του  ΕΛΑΣ, που οι ίδιοι οι εξολοθρευτές του, οι Εγγλέζοι, ονόμασαν «πολεμική μεγαλοφυΐα».

Άγαλμα πρέπει να κάνει η τρόικα στην ηγεσία για τη συμβολή της στο πέρασμα των μνημονίων και των δανειακών συμβάσεων. Τέτοια υπερεπαναστατική πολιτική είχαμε να δούμε από την εποχή της Βαϊμάρης, όταν το γερμανικό ΚΚ έδωσε την εξουσία στον Χίτλερ, ή την αποχή του 1946!

Μερικοί λένε ότι τους ενδιαφέρει δήθεν η «εργατική τάξη», με την οποία συνήθως ούτε είχαν, ούτε θέλουν να έχουν σχέση, όχι το «έθνος». Μπορεί κάποιος να είναι ευαίσθητος στην καταπίεση της τάξης και αναίσθητος στην καταπίεση του έθνους; Γιατί δεν ρωτάνε την ίδια την «τάξη», τους φτωχούς Έλληνες, αν χρειάζονται κράτος και έθνος, αν νοιώθουν Έλληνες, αν θέλουν όσοι μιλάνε εξ ονόματός τους να υπερασπίζονται την Ελλάδα διεθνώς; Αυτοί προπάντων έχουν ανάγκη από κράτος που λειτουργεί, από ΙΚΑ, από προστασία του νόμου, από δικαιώματα. Είναι απίστευτη η εφευρετικότητα του γραφειοκράτη που δεν θέλει να αγωνιστεί προσευχόμενος «απελθέτω από εμού το ποτήριον τούτο». 

Το 1917, ο  Λένιν έγραφε: Σε μια επαναστατική κατάσταση, το Κόμμα είναι εκατό φορές πιο αριστερά από το Πολιτικό Γραφείο, οι εργάτες εκατό φορές πιο αριστερά από το Κόμμα. Ο ίδιος μίλησε για συμμαχίες «με τον διάβολο και με τη γιαγιά του εν ανάγκη», όρισε τους Μπολσεβίκους ως μόνο ρεύμα ικανό να «διεισδύει σε όλα τα στρώματα, να τα επηρεάζει και να επηρεάζεται από αυτά» και συνόψισε την τακτική του στο «χτυπάμε μαζί, βαδίζουμε χωριστά».

Αυτά τάλεγε κάποιος πούθελε να νικήσει και νίκησε. Ο ελληνικός λαός δεν ενδιαφέρεται για τις ιδεολογικές ταξινομήσεις των δυνάμεων, από που έρχονται, αλλά για το που πάνε. Θα ανταμείψει όσους πολεμήσουν στον πόλεμο που τον αναγκάζουν. Θα καταδικάσει στη λήθη τους άλλους, έστω συμπαθείς.

Επίκαιρα, 8 Μαρτίου 2012

Konstantakopoulos.blogspot.com

Καρυώτης, Θεόδωρος


Ομιλία του καθηγητή κ. Θ. Καρυώτη στην εκδήλωση για την ΑΟΖ (Μέγαρο Μουσικής)

Κυρίες και Κύριοι καλησπέρα σας.
Πριν 30 χρόνια, συγκεκριμένα στις 10 Δεκεμβρίου του 1982, υπογράφτηκε στο Montego Bay της Ιαμαϊκής  η Συνθήκη των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας. Σήμερα 162 κράτη, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα και η Κύπρος , είναι συμβαλλόμενα μέρη. 
Τότε, ήμουν μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στην διάσκεψη αυτή που συνέταξε το Σύνταγμα των Ωκεανών και Θαλασσών του πλανήτη Γη και κατάλαβα την αξία της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ για την Ελλάδα. Εδώ και 30 χρόνια τώρα προσπαθώ να πείσω τους συμπατριώτες μου για την αξία αυτής της έννοιας που τόσο βοηθάει τα εθνικά μας συμφέροντα στην περιοχή. 

Ξεκίνησα, λοιπόν,  έναν ανηφορικό δρόμο, γράφοντας και δημοσιεύοντας βιβλία και άρθρα στα ελληνικά και αγγλικά εις ώτα μη ακουόντων.  Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 έγραψα ένα πολύ μικρό άρθρο στο περιοδικό «ΑΝΤΙ» που έπεσε στην αντίληψη του βουλευτή Στέφανου Μάνου ο οποίος και έκανε μία επερώτηση στη Βουλή για αυτό το θέμα ζητώντας από τον Υπουργό Εξωτερικών να μάθει εάν γνωρίζει τι γράφει ο Καρυώτης για την ΑΟΖ.  Ο τότε Υπουργός, σημερινός Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κάρολος Παπούλιας απάντησε ότι η ελληνική κυβέρνηση γνωρίζει τις θέσεις του Καρυώτη και γνωρίζει και το θέμα της ΑΟΖ.

Αργότερα, σε μία συνάντηση που είχα με τον Ανδρέα Παπανδρέου, στην πιο δύσκολη περίοδο της πολιτικής του ζωής, μου είπε « Θόδωρε παιδί μου αυτό είναι ένα σημαντικό θέμα και θέλω να πας να το συζητήσεις με τον Κάρολο και τον Γιάννη. Θα τους τηλεφωνήσω για να πας να τους δεις.»
Ο Κάρολος ήταν ο Παπούλιας και ο Γιάννης ήταν ο Καψής. Ακόμα
περιμένω το τηλεφώνημά τους.
Ξαφνικά, πριν μερικά χρόνια, ο φίλος μου δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου μου τηλεφώνησε και μου είπε: «Καρυώτη θέλω να πάμε απόψε στο Μουράγιο (ελληνικό εστιατόριο της Ουάσιγκτον) για να μου εξηγήσεις τι ακριβώς είναι η ΑΟΖ γιατί διότι με έχεις ζαλίσει και θέλω να μάθω».
Προς μεγάλη μου έκπληξη ο Ιγνατίου ήρθε στο εστιατόριο κρατώντας έναν ελληνικό χάρτη, ένα τετράδιο και ένα στυλό. Άρχισα  εξηγώ το θέμα με λεπτομέρειες. Όταν τέλειωσα φάνηκε εντυπωσιασμένος και μου είπε να γράψω δύο άρθρα, ένα για την εφημερίδα «Έθνος» και ένα για την εφημερίδα «Φιλελεύθερος» της Λευκωσίας. Από τότε ο δρόμος έγινε ευκολότερος και με την εξάπλωση του διαδικτύου οι ιδέες μου έγιναν ευρύτερα γνωστές σε όλη τη χώρα.
Αυτά ως σύντομη εισαγωγή στην προϊστορία των προσπαθειών μου.
Ας έρθουμε τώρα στο θέμα μας.
Υπάρχουν σήμερα 137 παράκτια κράτη που διαθέτουν ΑΟΖ. Η Σύμβαση του 1982 για το Δίκαιο της Θάλασσας αναφέρει ρητά (άρθρο 121, παράγραφο 2) ότι όλα τα νησιά διαθέτουν ΑΟΖ και ότι η ΑΟΖ ενός νησιού καθορίζεται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που καθορίζεται και για τις ηπειρωτικές περιοχές. Επομένως, η Τουρκία δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει για την ΑΟΖ  τα ίδια επιχειρήματα που προβάλλει για την υφαλοκρηπίδα των νησιών του Αιγαίου, ότι, δηλαδή, τα νησιά μας δεν διαθέτουν υφαλοκρηπίδα ή ότι «κάθονται» πάνω στην υφαλοκρηπίδα της Ανατολίας διότι απλώς η ΑΟΖ δεν έχει κανένα γεωλογικό «παρελθόν».  Άλλωστε, η νέα Σύμβαση έχει καταργήσει τη γεωλογική έννοια της υφαλοκρηπίδας και έτσι η Τουρκία έχει χάσει και αυτό το επιχείρημα.
Η Τουρκία ήταν ένα από 4 κράτη που δεν υπέγραψαν τη Συνθήκη για το Δίκαιο της Θάλασσας και ο κύριος λόγος ήταν η ύπαρξη της ΑΟΖ. Επομένως δεν χρειάζεται να είναι κάποιος ειδικός στο Διεθνές Δίκαιο για να αντιληφτεί την αξία της ΑΟΖ για την Ελλάδα. Αλλά δυστυχώς όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων 30 ετών σεβάστηκαν την επιθυμία της Τουρκίας να μη συζητήσουν το θέμα της ΑΟΖ.
Η άρνηση των δυο τελευταίων ελληνικών κυβερνήσεων να οριοθετήσουν την ελληνική ΑΟΖ με αυτή της Κύπρου δεν αποτελεί μόνο πράξη δειλίας αλλά και μεγάλης απερισκεψίας. Κλειδί σ’ αυτήν την οριοθέτηση είναι το Καστελόριζο, νησί το οποίο κατοικείται - δεν πρόκειται δηλαδή για κάποια ακατοίκητη βραχονησίδα - και κατά συνέπεια κανείς δεν μπορεί  να αμφισβητήσει ότι διαθέτει ΑΟΖ. Εάν η Ελλάδα δεχτεί να προχωρήσει σε οριοθέτηση ΑΟΖ με την Αίγυπτο χωρίς τον υπολογισμό του Καστελόριζου η εμφανής συνέπεια θα είναι η Ελλάδα να μην έχει θαλάσσια σύνορα με τη Κύπρο!
Τώρα τελευταία, κάποιοι προσπαθούν  να μειώσουν την αξία της ΑΟΖ επιδιώκοντας να μας πείσουν ότι δεν αποτελεί παρά «ΜΟΔΑ»!. Ξεχνούν βέβαια ότι για πολλά χρόνια κανένα κράτος δεν έχει  προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο στη Χάγη ζητώντας μόνο την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας αλλά ζητώντας ταυτόχρονα και την οριοθέτηση της ΑΟΖ. Οι ίδιοι κύκλοι, όχι μόνο αγνοούν την αξία της ΑΟΖ αλλά προσπαθούν να μας πείσουν ότι το Ισραήλ και η Κύπρος κακώς  προχώρησαν σε οριοθέτηση της ΑΟΖ απεμπολώντας τα εθνικά τους συμφέροντα μια και αγνόησαν την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Είναι ξεκάθαρο σε όλους ότι η οριοθέτηση της ΑΟΖ ανάμεσα στην Κύπρο και το Ισραήλ αποτελεί όχι μόνο μία σημαντική οριοθέτηση αλλά ταυτόχρονα το γεγονός αυτό είχε και άμεσες πρακτικές συνέπειες εφόσον τα κράτη αυτά έχουν προχωρήσει σε θαλάσσιες έρευνες για την εξερεύνηση πετρελαίου και φυσικού αερίου και δεν σχεδιάζουν να οριοθετήσουν ποτέ την υφαλοκρηπίδα τους, διότι η έννοια αυτή έχει ξεπεραστεί από το 1982 από την έννοια της ΑΟΖ. 
Πρόσφατες έγκυρες μελέτες που έχουν γίνει στην Ανατολική Μεσόγειο καθιστούν πολύ πιθανή την  ύπαρξη μεγάλων κοιτασμάτων φυσικού αερίου και πετρελαίου. Αυτό εξηγεί την έντονη κινητικότητα στο Αιγαίο και ιδίως στην Ανατολική Μεσόγειο και επιβάλλει στην Ελλάδα να προβεί τώρα στις αναγκαίες κινήσεις για την προάσπιση των κυριαρχικών της δικαιωμάτων, που έχουν μεγάλη γεωπολιτική και γεωοικονομική σημασία.
Η Ελλάδα, όταν αποφασίσει να ανακηρύξει ΑΟΖ σε όλες τις θάλασσές της ακολουθώντας πιστά τις διατάξεις του Δίκαιου της Θάλασσας, δεν έχει τίποτα να φοβηθεί από την Τουρκία. Απλώς η Τουρκία θα αρνηθεί να αναγνωρίσει μια ελληνική ΑΟΖ, όπως ακριβώς έκανε και με την κυπριακή ΑΟΖ.  Ωστόσο, η Κύπρος ούτε φοβήθηκε ούτε σταμάτησε τις έρευνες εξ αιτίας της στάσης αυτής της Τουρκίας - αγνόησε συνάμα και τις απειλές της - και μάλιστα πήρε και την έγκριση της ΕΕ και των ΗΠΑ. Η Άγκυρα θα πρέπει να συνειδητοποιήσει και να αποδεχτεί ότι δεν μπορεί να επιβάλει τις όποιες νέο-οθωμανικές βλέψεις της στη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα.
Επομένως, ο δισταγμός της ελληνικής κυβέρνησης είναι εντελώς αδικαιολόγητος διότι η οριοθέτηση της ΑΟΖ Ελλάδας-Κύπρου θα δημιουργήσει ένα προηγούμενο για το Καστελόριζο και  ΑΟΖ που de facto και de jure  θα αποτελεί επίσης και ΑΟΖ της ΕΕ. Τι εννοούσε ο Πρόεδρος της Γαλλίας όταν έλεγε πρόσφατα “Θέλουμε μια ενωμένη Ευρώπη. Η Ευρώπη πρέπει να έχει σύνορα. Διότι μια Ευρώπη χωρίς σύνορα θα είναι μια Ευρώπη χωρίς θέληση, χωρίς ταυτότητα, χωρίς αξίες. Και αν η Ευρώπη δεν υπερασπίζεται τις αξίες της, τότε ποιος θα το κάνει γι’ αυτήν;”
Τώρα που η Κύπρος αποφάσισε θαρραλέα  να οριοθετήσει την ΑΟΖ της με αυτή του Ισραήλ δεν υπάρχει πλέον καμία δικαιολογία για την Ελλάδα να μην κάνει το ίδιο με την Κύπρο. Η Τουρκία προσπαθεί για πολύ καιρό τώρα να πείσει την διεθνή κοινότητα ότι η περιοχή ανάμεσα στο Καστελόριζο, την Κρήτη και την Κύπρο είναι μέρος της τουρκικής ΑΟΖ. Αυτό αποτελεί ξεκάθαρη παραβίαση όλων των κανόνων του Δίκαιου της Θάλασσας.
Γι’ αυτό το λόγο η απραξία των κυβερνήσεων της Ελλάδας τα τελευταία 30 χρόνια να μην ανακηρύξει ΑΟΖ και να κάνει ταυτόχρονη οριοθέτηση με την Αίγυπτο και την Κύπρο αποτελεί μια τεράστια παράλειψη.
Βέβαια, ακόμα και σήμερα δεν είναι καθόλου αργά να γίνει κάτι τέτοιο. Πρέπει να συμφωνήσουμε για μια τριεθνή οριοθέτηση της ΑΟΖ ανάμεσα στην Ελλάδα, την Κύπρο και την Αίγυπτο που θα δίνει πλήρη επήρεια στο Καστελόριζο και στην Στρογγύλη. Η Τουρκία, σίγουρα, θα μπορεί να ζητήσει παρέμβαση της Χάγης, κάτι που δικαιούται να κάνει, αλλά η θέση της θα είναι νομικά πιο αδύνατη εάν υπάρχει αυτή η τριεθνής οριοθέτηση που θα έχει και την υποστήριξη της Ευρωπαϊκής  Ένωσης. Σε περίπτωση που τελικά δεν έχουμε θαλάσσια σύνορα με τη Κύπρο η ζημιά πέραν από  πολιτική, και ιδεολογική είναι  και οικονομική. Διότι, μπορεί να υπάρξει οικονομική ζημιά στην περίπτωση που τα κοιτάσματα πετρελαίου και φυσικού αερίου που θα χάσουμε, σε περίπτωση μείωσης της ΑΟΖ του Καστελόριζου και της Στρογγύλης, αποδειχτεί ότι είναι αρκετά μεγάλα.
Ξεκίνησα έναν ανηφορικό δρόμο πριν 30 χρόνια και νομίζω ότι έχω φτάσει στη τελική ευθεία. Έχω την εντύπωση ότι το 2012 δεν θα σημάνει μόνο το τέλος της οικονομικής μας τραγωδίας αλλά θα είναι και η χρονιά που η επόμενη κυβέρνηση θα ανακηρύξει την Ελληνική ΑΟΖ!
Κάποτε θα έρθει και η δική μου σειρά να αφήσω αυτόν τον κόσμο και η τελευταία επιθυμία μου θα είναι οι στάχτες μου να ριχτούν στην ελληνική ΑΟΖ του Αιγαίου.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Τρίτη 13 Μαρτίου 2012

Χρήστος Γιανναράς -Αυτοακύρωση ευφυΐας τραγωδική



Posted: 12 Mar 2012 01:41 AM PDT
Στον στίβο της πολιτικής σήμερα η έκτακτη φυσική ευφυΐα εμφανίζεται σπάνια, σπανιότατα. Πλεονάζει η μετριότητα, είναι συχνότερες και οι περιπτώσεις της καταφανούς μικρόνοιας. Για να ασχοληθείς σήμερα με την πολιτική απαιτούνται άλλου είδους ικανότητες, όχι η πραγματική ευφυΐα.
Eπειδή είναι σπάνιο το χάρισμα, είναι φυσικό και να γοητεύει. Oταν πρωτοεμφανίστηκε σε ευδιάκριτο πολιτικό ρόλο ο κ. Eυάγγελος Bενιζέλος (κυβερνητικός εκπρόσωπος επί πρωθυπουργίας Aνδρέα Παπανδρέου) αποτέλεσε έκπληξη: Mπορεί να μη διέθετε τη δημεγερτική γοητεία του ηροστράτειου αρχηγού του, αλλά κατέπλησσε με μια επιθετική ευφυΐα χειμαρρώδους λεκτικής ευρηματικότητας.
Tο ΠAΣOK είχε εγκαινιάσει ένα τυπικά φασιστικό εφεύρημα τηλεοπτικής βίας: να «διαλέγονται» οι εκπρόσωποί του μιλώντας ακατάσχετα, ώστε ο συνομιλητής τους να μην προλαβαίνει να ψελλίσει αντίλογο. O κ. Bενιζέλος ανήγαγε το εφεύρημα σε ακαταμάχητο όπλο σαρωτικής προπαγανδιστικής επιβολής. H μεγάλη μάζα των Πασόκων, προερχόμενοι από τον χύδην συνδικαλισμό ή από το κοινωνικό τίποτα, εφάρμοζαν τη φασιστική συνταγή αναμυρηκάζοντας μηχανικά τις ίδιες συνεχώς φράσεις και εκφράσεις. O κ. Bενιζέλος όμως κεντούσε, αυτοηδονιζόταν με τη νοητική του ευστροφία και τη ρητορική του δεινότητα. Δεν κόμιζε κάτι καινούργιο, κάτι καινοτόμο, δεν απευθυνόταν στη σκέψη και στην κρίση του τηλεθεατή, δεν εμφάνισε ποτέ μια ριζοσπαστικά διαφορετική, άλλου επιπέδου πολιτική πρόταση, δεν εισηγήθηκε την παραμικρή ποτέ πρωτοτυπία, δημιουργικό εύρημα, γόνιμο όραμα. Tαλέντο του ήταν η κατακλυσμική λεκτική ευρηματικότητα, η ταχύτητα της συσσώρευσης λέξεων, ποικιλόμορφων εκφραστικών σχημάτων.
Aναδείχθηκε σαφώς ο κορυφαίος της λογικής του εντυπωσιασμού. Eκεί ήταν το πάθος του, στον εντυπωσιασμό που προκαλούσε η οξύνοια και η ευγλωττία του, όχι στο περιεχόμενο των λόγων του, όχι στην επιτελική σκέψη και στρατηγική, όχι στην ανάδειξη στόχων – ποτέ. Θα μπορούσε, με την ίδια συναρπαστική λογική άρθρωση επιχειρημάτων, να υποστηρίξει, τη μια μετά την άλλη, δυο διαμετρικά αντίθετες θέσεις. Tο ένστικτο των απλών ανθρώπων το διαισθάνθηκε αυτό, τον φοβήθηκε με την υποψία ότι δεν πιστεύει σε τίποτα.
Ως υπουργός (Mεταφορών και Eπικοινωνιών, Δικαιοσύνης, Πολιτισμού, Aνάπτυξης, Eθνικής Aμυνας) ήταν τόσο κοινότοπος όσο και οποιοσδήποτε μέτριας νοημοσύνης ομόλογός του. Δεν άφησε την εντύπωση τολμηρών πρωτοβουλιών, ευφάνταστων εγχειρημάτων, έγνοιας για θεμελίωση υποδομών, ταλέντου στρατηγικών σχεδιασμών. Συμπάθειες κέρδισε με την περιπέτειά του να υποσκελιστεί στην αρχηγία του κόμματός του από τον Γ. A. Παπανδρέου, τον Nοέμβριο του 2007, πέρα από κάθε λογική σύγκρισης ικανοτήτων. O Γ.A.Π. είχε οριστεί αρχηγός, το 2004, από τον Kων. Σημίτη, χωρίς αντίπαλη υποψηφιότητα. Aποδοκιμάστηκε εκλογικά την ίδια χρονιά και για δεύτερη φορά το 2007, οπότε ήταν καθολικά αυτονόητο, εκ των πραγμάτων επιβαλλόμενο, το τέλος της αρχηγικής του (μάλλον και της πολιτικής) σταδιοδρομίας.
Aντίστοιχα αυτονόητο και λογικά συνεπέστατο ήταν το εγχείρημα του Eυ. Bενιζέλου να ανακοινώσει, το ίδιο βράδυ της πολιτικής συντριβής του Γ.A.Π., την πρόθεσή του να διεκδικήσει την ηγεσία του κόμματος. Oμως ακαριαία, μέσα σε λίγες μόλις ώρες, το αυτονόητο της υποψηφιότητας Bενιζέλου «ανατάχθηκε» με τους προβολείς της δημοσιότητας σε σκάνδαλο: τόλμημα επηρμένης βιασύνης, άκαιρης, άκομψης σπουδαρχίας. Tα MME και κατ’ ακολουθίαν η ελλαδική κοινή γνώμη ανακάλυψαν, με έκδηλη, ανεξήγητης ευαισθησίας ενόχληση, ότι ο Bενιζέλος ήταν «διαπλεκόμενος», προωθείτο από δημοσιογραφικά συγκροτήματα, υστερούσε σε σύγκριση με την άμωμη, παρθενική καθαρότητα του συνυποψηφίου του. Eτσι, προς κατάπληξη κεραυνώδη όσων νηφάλια διέκριναν τη διαφορά φυσικών ικανοτήτων, αρχηγός του ΠAΣOK επανεξελέγη, από εκατοντάδες χιλιάδων οπαδών, ο Γ.A.Π. και οδηγήθηκε η Eλλάδα με σίγουρα βήματα στο ΔNT, έρμαιο της Διεθνούς των τοκογλύφων.
Aραγε θα ήταν διαφορετικές οι εξελίξεις με αρχηγό του ΠAΣOK και πρωθυπουργό τον Bενιζέλο; Tο ερώτημα το απαντάει η προθυμία με την οποία ο ίδιος δέχθηκε, δυο χρόνια αργότερα, να επωμισθεί τη συνεπέστατη συνέχιση της πολιτικής του πρώην αντιπάλου του – δεν διαφοροποιήθηκε σε τίποτα. Bεβαίως και είχε δέσει πια ο Γ.A.Π. χεροπόδαρα τη χώρα με δεσμεύσεις ολοκληρωτικής υποτέλειας, αν όμως υπήρχε στον συνεχιστή του έργου του πολιτική ιδιοφυΐα, κάπου θα ξεμύτιζε, κάτι θα σπίθιζε το ξεχωριστό και εκπληκτικό. Bενιζέλεια ήταν μόνο μια απόπειρα εντυπωσιασμού, να απομέμψει δήθεν την Tρόικα, πέρυσι το καλοκαίρι. Λειτούργησε, φυσικά, ως μπούμερανγκ, τον ταπείνωσε σε διεθνή κλίμακα και εντοπίως. Eίχε δεχθεί, άνευ όρων, να παίζει στο γήπεδό τους, ήταν πανεύκολο να τον υποχρεώσουν να εκλιπαρεί την επιστροφή τους. H φυσική του ευφυΐα συρρικνώθηκε πια μόνο σε ρητορικές κορώνες για εγχώρια κατανάλωση, παιγνιώδεις συγκαλύψεις αντιφάσεων και παλινωδιών.
Πονάει η περίπτωση Eυάγγελου Bενιζέλου, τουλάχιστον όσους οδυνώνται απροκατάληπτα για τη δύσμοιρη πατρίδα και τον επιθανάτιο ρόγχο της. H αποτρόπαιη πολιτική παθολογία που βύθισε τη χώρα στον σημερινό εφιάλτη, η ίδια υπέταξε και την έκτακτη φυσική ευφυΐα στους όρους της πιο ντροπιαστικής μειονεξίας των ολίγιστων σε προσόντα και σπιθαμιαίων. Ποιος θα μπορούσε να διανοηθεί τον υψηλόφρονα Bενιζέλο συνεχιστή και απολογητή της καταισχύνης του διδύμου Γ.A. Παπανδρέου – Γ. Παπακωνσταντίνου. Oτι θα κολακευόταν δήθεν αυτοθυσιαζόμενος, σε ρόλο – παρωδία Σίμωνος του Kυρηναίου, ταυτίζοντας το όνομά του με τον πιο ανυπόφορο εξευτελισμό που έζησε ποτέ η ελλαδική κοινωνία, τον ίλιγγο της καταβύθισης στην ανέλπιδη ανέχεια, στην κυριολεκτική καταστροφή.
Aν ο Eυάγγελος Bενιζέλος αρχηγεύσει τελικά στο ΠAΣOK, σε ό,τι έχει πια απομείνει από το τοξικό αυτό έκκριμα της αχαλίνωτης ηδονοθηρίας των Παπανδρέου, η επιλογή του θα είναι συνεπής με την καριέρα που του επιφύλαξε ο συμβιβασμός, η υποτέλεια στην παρακμή, όχι με τον άθλο που απαιτούσε η αντίσταση.
Tο ΠAΣOK έχει οριστικά και τελεσίδικα τελειώσει, το όποιο απολειφάδι μπορεί να το διαχειριστεί ακόμα και ο κ. Παπουτσής. O άθλος της αντίστασης στην καταστροφή είναι που παραμένει εκκρεμής.
Γιατί προϋποθέτει άλλη, μα εντελώς άλλη, ανθρώπινη ποιότητα.
 

Δευτέρα 12 Μαρτίου 2012

Κωνσταντινίδου Ανθή


ΠΡΕΠΕΙ  ΝΑ  ΦΥΓΟΥΝ      ΤΩΡΑ ! ! !

Αναγνωρίζοντας ο Μ. Θεοδωράκης στην ολότητα του, το μέγεθος της καταστροφής που ήδη έχει συντελεστεί στην Ελλάδα, διατύπωσε την αναγκαιότητα καθαίρεσης των σημερινών προδοτών πολιτικών με την πλέον εύστοχη τοποθέτηση όταν είπε:
 «Ότι είναι να γίνει, πρέπει να γίνει ΤΩΡΑ!
          Σήμερα, είναι αργά!»
Η κλεψύδρα ολοκλήρωσε την κατάβαση της σημαίνοντας την ώρα του «ΤΩΡΑ», καθώς ο χρόνος τους τελείωσε.
Κάθε ανοχή και κάθε αδράνεια πλέον, συμπράττει με το έγκλημα ως σιωπηλός αυτόπτης μάρτυρας.
Τα λόγια περισσεύουν, όταν σωπαίνουν οι σκέψεις στον γέροντα, όταν σταματά το πνεύμα να επανδρώνει την ψυχή του νέου, όταν το χαμόγελο χάνεται  από τα πρόσωπα των παιδιών, όταν αφυδατώνεται η καλλιέργεια του ήθους.
Όταν μειοδοτούν τις αξίες του έθνους μας, εμείς, με αντίσταση στη απρέπεια και κατά μέτωπο επίθεση στην αναξιοπρέπεια, απαιτούμε να φύγουν οι καταπατητές της ανεξαρτησίας μας. Οι προδότες των αγωνιστών, και των αγώνων για δικαιοσύνη!
Υπάρχει μια λέξη μαγευτική. Είναι η λέξη ΘΕΛΩ!
Είναι η αρχή κάθε δημιουργίας.
Είναι το ξεκίνημα της ανυπακοής προς τους ΑΠΕΝΑΝΤΙ!
Όσο όμως τα δικά μας ΘΕΛΩ παραμένουν σε λανθάνουσα κατάσταση, παραχωρούν το δικαίωμα λειτουργίας των δικών τους θέλω ώστε να ενεργοποιούν την προσπάθεια ευτέλειας, της αξιοπρέπειας μας.
Η ευτέλεια όμως, είναι δικό τους προϊόν, και τους το επιστρέφουμε!
Η αξιοπρέπεια είναι δική μας, και την διατηρούμε!!
Η δύναμη του ΘΕΛΩ και ΜΠΟΡΩ, είναι ΠΙΣΤΕΥΩ ΜΑΣ!
Αυθαίρετα οι σημερινοί πολιτικοί υπέγραψαν την καταδίκη μας.
Αυθαίρετα και εμείς οι κυβερνώντες τον εαυτό μας, δηλώνουμε την ανυπακοή  ΣΕ ΟΛΑ ΤΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΠΑΙΡΝΟΝΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΜΑΣ, διατηρώντας το δικαίωμα της ελεύθερης σκέψης, και της αυτόβουλης πράξης. Γιατί στην Ελλάδα που η Υπερμάχω την φροντίζει, η ελευθερία είναι γένους θηλυκού. Ακόμα και η Ανδρεία!! Όταν Αυτή μας γνέφει με το βλέμμα της, εμείς Της απαντάμε:   
                         
                         «Εις τα βάθη της καρδιάς μου,  
                           Των ματιών σου η βολή,
                           έξαφνα και παρ’ ελπίδα,
                           Άναψε και πυρπολεί».

Στην προσπάθεια αφαίρεσης της αξιοπρέπειας, αφαιρείται η αξία ύπαρξης της ίδιας της ζωής.
Το σούρουπο έφερε σκοτάδι, και το ξημέρωμα περιμένει την επανάσταση. Το ξημέρωμα όμως αργεί, όσο η προσπάθεια βραδυπορεί.
Το πρώτο βήμα ανάπτυξης του ΘΕΛΩ σαν αυτόγνωμη σκέψη, και σαν αυτόβουλη πράξη, μετουσιώνεται ενεργά σε έκφραση λόγου.
Η αποδοχή του λόγου είναι το επόμενο βήμα ενδυνάμωσης του συνόλου, με την αυθύπαρκτη μέθοδο της μεταδοτικότητας.
Πράττω μετά σκέψεως, εκφράζοντας το λόγο μου.
Ελπίζω μετά της πράξεως σε κοινή αληθινή ομολογία ευθυγράμμισης των θέσεων μου, η ερμηνεία των οποίων έχει αφετηρία  την επιθυμία μου να υπάρχω, άρα και να ζω!
Επιδιώκουν να σκοτώσουν τα ΘΕΛΩ ΜΑΣ.
Να υποτάξουν τις συνειδήσεις μας.
Να καθοδηγήσουν τις πράξεις μας, στην  αναζήτηση του κάτι παραπάνω, από το τίποτα που μας προσφέρουν.
Να παίρνουν μαζί με την Τρόϊκα, που... τρώϊ-καλά!, εκτός από αξίες, εδάφη, και δικαιώματα, αποφάσεις που μας προσβάλλουν σαν πολίτες, προκειμένου να μας αφήσουν κάτι απ’ το μισθό μας, κάτι απ’ την Εθνική μας κυριαρχία, κάτι απ΄ την εργασία μας, κάτι απ’ την υγεία μας, κάτι απ’ την παιδεία μας, κάτι από την ζωή μας.
ΟΧΙ!!  Δεν ζητάμε τίποτα από εκείνους πλέον!
Το ΟΧΙ των Ελλήνων πρέπει να ακουστεί ξανά!
ΟΧΙ!  Δεν θέλουμε τίποτα από εσάς!
Απλά ΔΕΝ ΘΕΛΟΥΜΕ ΕΣΑΣ!
Οι σφετεριστές του αύριο των παιδιών μας, είναι οι σημερινοί κλέφτες των ονείρων, και των ελπίδων τους.
Θα τους αφήσουμε ακόμα να κυβερνάνε;
Άμεση ανάγκη πληρωμής σήμερα, έχει η επιταγή ανάκαμψης της Δημοκρατίας, αντίκρυσμα της οποίας είμαστε όλοι οι Έλληνες πολίτες. Η Δημοκρατία ως κοινωνική αντίληψη, δρομολογεί την αντίσταση σε όποιον την καπηλεύεται, ως ηθική υποχρέωση του, σε ατομικό ή συνολικό επίπεδο. Η διατήρηση αυτής, αποτελεί κοινωνικό καθήκον. Η υπεράσπισή της, την ηθική υποχρέωση, να είμαστε ετοιμοπόλεμοι σε κάθε επιδρομή κατάλυσής της, απ’ όπου κι αν προέρχεται.  
            Επιδιώκουν τον αφανισμό των Ελλήνων. Αυτό είναι ηλίου φαεινότερο. Είναι καιρός να τους θυμίσουμε ξανά την απάντηση του εθνομάρτυρος Αρχιεπισκόπου Κύπρου Κυπριανού (1756 – 1821) στον Τούρκο Πασά Κιουτσούκ Μεχμέτ που απειλούσε ότι «θα ξεπαστρέψει» όλους τους Ρωμιούς:
                   «Η ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ είναι φυλή, συνόκαιρη του κόσμου.
                     Κανένας δεν ευρέθηκε, για να την εξαλείψει.
                     Κανένας, γιατί σκέπει Την, απ΄ τα ύψη ο Θεός μου.
                     Η ΡΩΜΗΟΣΥΝΗ θε να χαθεί, όταν ο κόσμος λείψει».
Η Ελλάδα δεν τελειώνει, όσο κι αν αυτό είναι το ζητούμενο των εξουσιαστών της, των άλλοτε, και του σήμερα. Γιατί τα ΘΕΛΩ τα δικά μας, είναι τα ΠΡΕΠΕΙ της μαθητείας, και της γνώσης.
Τα όπλα μας, είναι οι άϋλες οντότητες, προϋπήρξαντες των πάντων, υπάρχοντες στη δύναμη της θέλησης, αιώνιοι φύλακες της δικαιοσύνης.
Δεν κατακτώνται τα κεκτημένα μας δικαιώματα.
Τα.... ΘΕΛΩ μας, είναι δεδομένα των οποίων η υπεξαίρεση δεν είναι εύκολα εφικτή, όταν η ευκρίνεια τα καθορίζει ως αυτονόητα:
            Ποίος δύναται να αφαιρεί το θέλω μας, ώστε η γη των προγόνων  μας να παραμείνει δική μας κτηματική περιουσία!
            Ποίος δικαιούται να εμποδίζει το «θέλω» μας να φύγουν, εκείνοι που την ξεπουλούν ερήμην των ιδιοκτητών της, και έναντι του: ΕΝΑ      ΚΑΤΙ      ΤΙΠΟΤΑ!;
            Οι πουλημένοι συνειδητά σε ξένα συμφέροντα, να χαρίσουν την προσωπική τους εδαφική περιουσία (γιατί πνευματική δεν έχουν).
Την δική μας όμως ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΚΑΝΕΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΜΑ ΤΗΝ ΠΟΥΛΗΣΟΥΝ.
Δεν τους εξουσιοδοτήσαμε, δεν τους το ζητήσαμε, δεν θα τους το επιτρέψουμε!!
Θέλουμε ακόμα, την ελευθερία στην Δημοκρατία, νόμιμο δικαίωμα πρακτικά εφαρμόσιμο και όχι η χρηστική της αξία να λοιδορείτε στα χέρια ολίγων φεουδαρχικών της εξουσίας.

Θέλουμε την αλήθεια αδιαπραγμάτευτη.
Θέλουμε την φίμωση της πολιτικής ψευδολογίας και όχι την φίμωση της δίκαιης αγανάκτησης.
Θέλουμε τα πιστεύω μας να τα υπερασπιζόμαστε ΟΡΘΙΟΙ.
Θέλουμε – και πρέπει – να παραμείνουμε ΟΡΘΙΟΙ.
Εμείς οι θυμωμένοι και αγανακτισμένοι, ΠΡΕΠΕΙ να βγούμε από την βαρυχειμωνιά της απραξίας.

Να σηκώσουμε το βλέμμα μας ψηλότερα.
Να επανεκτιμήσουμε τις δυνάμεις μας.
Να προσπαθήσουμε περισσότερο.
Να κάνουμε ΜΠΟΡΩ το ΘΕΛΩ.
       Όποιος αγωνίζεται ενάντια στην αδικία,
       η δικαίωση του αγώνα του βρίσκεται στην απαρχή,
       και όχι στο αποτέλεσμα.
Λειτουργεί ως αξία που ΔΕΝ κρίνεται εκ του αποτελέσματος, αλλά εκτιμάται για την ύπαρξη της και μόνο. Ενίοτε γίνετε σύμβολο και φωτεινό παράδειγμα σε επερχόμενες γενεές.
Ν’ αποφασίσουμε ΣΗΜΕΡΑ.
Να ξεκινήσουμε ΤΩΡΑ, την εργασία θωράκισης ελπιδοφόρων μηνυμάτων, γιατί:
         «Όσο τα χελιδόνια αργούν να φθάσουν,
            η Άνοιξη είναι ακόμα μακριά!»


                                                               
                                                           ΣΠΙΘΑ Α ΠΕΙΡΑΙΑ
                                                                14/10/2011                                                                            
                                                                 
                                                                  Κωνσταντινίδου Ανθή