Share |

Παρασκευή 6 Δεκεμβρίου 2013

Δημήτρη Κάζη

«Σουλεϊμάν» και η συνείδηση της άρχουσας τάξης μας
του Δημήτρη Κάζη ("Το Βήμα")
 
Άρχισα να παρακολουθώ τη σειρά «Σουλεϊμάν» (= αραβική απόδοση του «Σολομών») για να δώ πώς θα αποδοθούν τα ιστορικά γεγονότα εκείνης της (αναγεννησιακής) εποχής. Καθώς το σήριαλ εξελίσσονταν κατέγραφα αρκετές ιστορικές ανακρίβειες και διαπίστωσα ότι το αντικείμενο γρήγορα περιορίστηκε στις ίντριγκες μέσα και έξω από το σαράϊ. Και τελικά έχει πάρει τον κατήφορο μιας μάλλον κακόγουστης μυθοπλασίας.  Δεν  γλύτωσε δηλαδή η αξιόλογη αυτή παραγωγή από τις επιτακτικές προτιμήσεις του ευρύτερου κοινού για παράνομους έρωτες, ραδιουργίες και κουτσομπολιά, ώστε να πετύχει τη μέγιστη δυνατή θεαματικότητα.
  Και την πέτυχε!  Το φαντασμαγορικό σήριαλ προβάλλεται σε πάμπολλες χώρες με επιτυχία. Εμπορική μόνο επιτυχία;  Όχι βέβαια! Οι σεναριογράφοι και ο σκηνοθέτης πέτυχαν παράλληλα:
-          Να ανανεωθεί το διεθνές ενδιαφέρον για την Τουρκία και τις παραδόσεις της, πράγμα που αναμένεται να μεταφραστεί τουλάχιστον σε αυξημένο τουρισμό.
-          Να κεντρίσουν την προθυμία πολλών για την εκμάθηση της τουρκικής γλώσσας αφού οι θεατές εθίζονται σε λεκτικούς ήχους που γενικά ξενίζουν πολλούς επειδή διαφέρουν ριζικά από τα λατινογενή, γερμανογενή και αγγλοσαξονικά ακούσματα. (Διάβασα σχετικά ότι για τον σκοπό αυτό οι Τούρκοι απαγόρευσαν τον μεταγλωττισμό του σήριαλ).
-          Έντονη είναι η (επιμελής;) απουσία του θρησκευτικού στοιχείου: Δεν ακούγονται μουεζίνηδες από τους μιναρέδες, δεν εμφανίζονται φερετζέδες, δεν βγαίνουν χαλάκια για τις 5 ημερήσιες προσευχές και το προσκύνημα. Έτσι η Τουρκία παρουσιάζεται περισσότερο ως δυτικότροπη και λιγότερο ως μουσουλμανική, πράγμα που τονίζεται και από την επίσης δυτικότροπη μουσική επένδυση.
-          'Ολες οι κοπέλες είναι διαλεγμένες  ψιλόλιγνες (σε αντίθεση με την αναγεννησιακή μόδα των παχουλών), μακιγιαρισμένες ευρωπαϊκά και ντυμένες με φανταχτερές ενδυμασίες με ντεκολτέ, πράγματα όμως που ανήκουν σε πολύ μεταγενέστερες εποχές.
Με άλλα λόγια, μέσω της σειράς προβάλλεται μια πολύ εξωραϊσμένη εικόνα της Τουρκίας του 16ου αιώνα, που σε πολλά θυμίζει τη Δύση αλλά διατηρεί και πολλά, θελκτικά και μη, στοιχεία της Ανατολής. Χωρίς να το λέει ρητά, παρουσιάζει με αυτοπεποίθηση την κουλτούρα του παλατιού, υπονοώντας ότι δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη Δύση! Για εξωτερική και εσωτερική κατανάλωση...
Όμως, η ιθύνουσα τάξη στην Τουρκία διαθέτει αυτογνωσία, συνέπεια και υπομονή. Ξέρει τι θέλει και πώς να επενδύσει για να το επιτύχει την κατάλληλη στιγμή.  Έχει φροντίσει και διαθέτει καλά επιτελεία. Επιβάλλει  γενικά το νόμο χωρίς διακρίσεις. Και τώρα, στα πλαίσια εκσυγχρονισμού, αναπτύσσει γρήγορα μια μεσαία τάξη και τη βοηθάει να δημιουργήσει στην οικονομία, στη διοίκηση αλλά και στις τέχνες. Και έχει σχέδια μακρόπνοα για να εκμεταλλευτεί συστηματικά τα πλεονεκτήματα που της παρέχουν ο μεγάλος και νεανικός πληθυσμός της και η κρίσιμη γεωπολιτική της θέση. Χρησιμοποιεί δε ακόμα και ταλαντούχους άνεργους  Έλληνες!  Συγχαρητήρια  Τουρκία!
Αδιαμφισβήτητα, η πρόοδος της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια προκύπτει κυρίως ως αποτέλεσμα μιας συνειδητής και ικανής ηγεσίας που θεωρεί τον εαυτό της θεματοφύλακα της πρώην αυτοκρατορίας. Τι γίνεται όμως εδώ με εμάς; Μια μικρή χώρα με παρελθόν υποτέλειας;
Δυστυχώς εδώ η υποτέλεια συνεχίζεται. Πόσοι δεν πρόσκεινται ή και καλοπιάνουν ξένες δυνάμεις για να αναρριχηθούν στην εξουσία; Η δική μας ιθύνουσα τάξη (πολιτικοί, δημόσιοι λειτουργοί, ΜΜΕ, ακαδημαϊκοί, συνδικαλιστές, μεγαλοεπιχειρηματίες κλπ)αδυνατεί να αυτοπροσδιοριστεί, να λειτουργήσει αυτόνομα και, όπως ανέδειξε η κρίση, δεν ξέρει ούτε τι θέλει ούτε πως να κινηθεί για να το επιτύχει. Γι αυτό δεν έχει καθαρό λόγο. Αποτέλεσμα, νόμοι πρόχειροι, περιστασιακοί, αλληλοσυγκρουόμενοι ή αυτοαναιρούμενοι και επειδή δεν επιβάλλονται αυστηρά και αδιακρίτως δεν γίνονται σεβαστοί από τους πολίτες. Δεν άφησαν επί 180 χρόνια να συγκροτηθεί ένα σύγχρονο κράτος με σωστά επιτελεία. Υποβάθμισαν τα πάντα και κυρίως την Παιδεία. Προωθούν "ημέτερους" διώχνοντας τους έντιμους και τους ταλαντούχους. Εμποδίζουν υγιείς πρωτοβουλίες. Δεν έχουν οράματα και πλάνα. Δεν επενδύουν και δεν εξασφαλίζουν τη συνέχεια για το καλό του τόπου. Άφησαν τη χώρα να πλημμυρίσει λαθρομετανάστες.  Με τη διαπλοκή περιφρουρούν μόνο τα δικά τους στρεβλά συμφέροντα ενώ καταβαραθρώνουν την όψιμη και μή "μεσαία"  τάξη με κάθε είδους μέτρα, υποθηκεύοντες έτσι το μέλλον της χώρας μας. Βέβαια, είναι διαπιστωμένο ότι η μεσαία τάξη πλήττεται σήμερα στις προηγμένες χώρες ως αποτέλεσμα κυρίως της παγκοσμιοποίησης.  Εδώ όμως, σε συνθήκες κρίσης, η κοινωνία χωρίζεται βίαια στους "επάνω" και τους "κάτω", ισοπεδώνονται τα πάντα και εξαφανίζεται λαϊκίστικα κάθε ίχνος δικαιοσύνης, αξιοκρατίας και προοπτικής. Έτσι η χώρα και οι πολίτες της οδηγήθηκαν στον εξευτελισμό και την ταπείνωση.
Πού οφείλονται όλα αυτά;
Κυρίως στο ότι η κάθε είδους "ελίτ" σε εμάς  δεν έχει συνείδηση της αποστολής της. Αγνοούν  ή δεν αποδέχονται ποιός θάπρεπε νάναι ο ρόλος τους, το ήθος τους, οι υποχρεώσεις τους και τα όρια των δικαιωμάτων τους στο πλαίσιο μιας αληθινής δημοκρατίας και με γνώμονα το γενικότερο συμφέρον της κοινωνίας. Ειδικά δε οι πολιτικοί και οι συνδικαλιστές ενδιαφέρονται βασικά για τη νομή της εξουσίας και την επανεκλογή τους. Αποφεύγουν αλλά ούτε και ξέρουν να κάνουν ουσιαστικό διάλογο. Δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να λογοδοτήσουν. Περιφρονούν αλαζονικά και παραπλανούν την κοινωνία. Θέλουν ραγιάδες και όχι ώριμους πολίτες. Τρώγονται συνεχώς μεταξύ τους για ψύλλου πήδημα αντί να συνεργάζονται για την ορθή και έγκαιρη επίλυση των προβλημάτων. Η κατάσταση όμως αυτή γίνεται αισθητή σε όλες τις κοινωνικές ομάδες, προκαλεί ανασφάλεια και απόγνωση και τις κάνει να συμπεριφέρονται είτε αντιδραστικά και άναρχα είτε μοιρολατρικά. Και χωρίς ενισχυμένο ηθικό, εμπιστοσύνη και αξιοκρατία δεν είναι δυνατόν μια κοινωνία να πάει μπροστά. Μάλλον σε εκρήξεις οδηγείται...
Η  Τουρκία τολμά και προχωρά!  Εμείς έχουμε άραγε τη διάθεση να σοβαρευτούμε; Βέβαια, η νοοτροπία δεν αλλάζει  εύκολα. 'Ας προσέχουμε τουλάχιστον εφεξής ποιούς θα αναδεικνύουμε με την ψήφο μας και, κυρίως, τι θα απαιτούμε από αυτούς. Για τώρα, ας κάνουμε την αυτοκριτική μας και ας υποστηρίξουμε τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις ώστε να μπεί μια τάξη και να εκκινήσει η μηχανή της ανάπτυξης. Τώρα είναι η ευκαιρία

Πέμπτη 5 Δεκεμβρίου 2013

Η κλεπτοκρατία ως δρόμος καταστροφής: Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου. Σχόλιο Δαμιανού Βασιλειάδη

Η κλεπτοκρατία ως δρόμος καταστροφής
Από τα βάθη των αιώνων, η Ιστορία μάς διδάσκει ότι η διαφθορά και η κλεπτοκρατία ποτέ δεν οδήγησαν στην πρόοδο και στην κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη.

Του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου.

Γεννημένος στην Τυφλίδα το 1932, ο κ. Αμπέλ Ανγκαμπενγκιάν υπήρξε ο κορυφαίος σύμβουλος του ηγέτη της Σοβιετικής Ενώσεως κ. Μιχαήλ Γκορμπατσώφ στα τέλη της δεκαετίας του 1980 και ήταν ο εμπνευστής της περεστρόϊκα, δηλαδή της φιλελευθεροποίησης της σοβιετικής οικονομικής πολιτικής –μία φιλελευθεροποίηση, βέβαια, που ήρθε πολύ καθυστερημένα και γι αυτό δεν μπόρεσε να πετύχει.
Με τον διάσημο επί εποχής Γκορμπατσώφ οικονομολόγο και ακαδημαϊκό συναντηθήκαμε δύο φορές. Την πρώτη στην Αθήνα, το 1990, με την ευκαιρία ενός διεθνούς οικονομολογικού συνεδρίου, και την δεύτερη στις Βρυξέλλες, το 2002, όπου είχε προσκληθεί από την Ένωση Γαλλόφωνων Βέλγων Οικονομολόγων. Στην πρώτη μας συνάντηση, ο καθηγητής Α. Ανγκαμπενγκιάν μάς εξήγησε επί μακρόν γιατί κατέρρεε η σοβιετική οικονομία. Στην δεύτερη συνομιλία μας, προφητικά ανέλυσε για ποιους λόγους χώρες όπως η Ελλάδα αποτελούσαν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος.
Στο πλαίσιο λοιπόν αυτών των συζητήσεων, ο καθηγητής αναφέρθηκε στο κλεπτοκρατικό κράτος και στην δημοκρατική του νομιμοποίηση. Κατά τον ορισμό του, ένα κράτος είναι κλεπτοκρατικό όταν κάποιες πολιτικές και κομματικές συντεχνίες νέμονται τους πόρους του, χωρίς έλεγχο και υπό συνθήκες ουσιαστικής ανομίας. Έτσι, η κλεπτοκρατία είναι ένα κρατικό τέρας, χωρίς την ύπαρξη του οποίου η πολιτική εξουσία καλείται να καταρρεύσει. Πρόκειται για μία παράλληλη κοινωνία στην οποία βασιλεύει το βόλεμα, η αισχροκέρδεια, η εξαπάτηση και η αυθαίρετη καταπάτηση ανθρώπινων και ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων.
«Στην Σοβιετική Ένωση, η λεηλασία, η υπεξαίρεση εμπορευμάτων, το παράνομο εμπόριο, οι δωροδοκίες και η απροκάλυπτη κλοπή αποτελούσαν κορυφαία οικονομικά χαρακτηριστικά, τα οποία τελικά οδήγησαν και στην κατάρρευση ενός συστήματος που, από την φύση του, ήταν ανήθικο», μας έλεγε ο καθηγητής Α. Ανγκαμπενγκιάν.
Πολύ φοβούμεθα ότι οι ομοιότητες μεταξύ του πάλαι ποτέ σοβιετικού κλεπτοκρατικού κράτους και της ελληνικής εκδοχής του είναι πολλές και επικίνδυνες για την οικονομία μας. Από την άποψη αυτή, αποκαλυπτικά είναι τα διαθέσιμα στοιχεία, όπως αυτά έχουν αποτυπωθεί σε διάφορες εκθέσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου και όχι μόνον.
Οι διάφοροι «ανησυχούντες» για το «ξεπούλημα ελληνικής γης» θα πρέπει να πληροφορηθούν ότι, κατά τους πλέον μετριοπαθείς υπολογισμούς της Κτηματικής Εταιρείας του Δημοσίου, απ την σύστασή της, σε σημερινές τιμές κτήσεως, στην Ελλάδα έχουν καταπατηθεί εκτάσεις αξίας 110 δισεκατ. ευρώ, ήτοι το 35% περίπου του συνολικού μας δημοσίου χρέους. Για ορισμένες από αυτές τις καταπατηθείσες εκτάσεις, τα ποσά που έχουν καταβληθεί ως αποζημίωση είναι ζήτημα αν σωρευτικά αντιπροσωπεύουν περί τα 2,5 δισεκατ. ευρώ, κατανεμημένα σε 30 χρόνια.
Αν αυτή η λεηλασία εθνικού πλούτου δεν αποτελεί κατάφωρη παραβίαση ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, τότε οι «ανησυχούντες» για το «ξεπούλημα δημοσίου πλούτου» ας μάς πουν τί είναι. Εκτός και αν θεωρούν την κλοπή ως «κοινωνική κατάκτηση», όπως αυτό συνέβαινε με τους ανθρώπους της νομενκλατούρας στην Σοβιετική Ένωση.
Κατά τα λοιπά, η λεηλασία εθνικού πλούτου από τους εγχώριους άρπαγες προσφέρει πραγματική πανδαισία αριθμών. Αναφέρουμε μερικούς από αυτούς, για να ξέρουμε για ποια πράγματα μιλάμε όταν αναφέρονται οι «ανησυχούντες» στο «ξεπούλημα». Την περίοδο 1981-1989, οι τότε κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, για να «ικανοποιήσουν» τα «δίκαια αιτήματα» 26.000 εργαζομένων που «εργάζονταν» σε επιχειρήσεις οι οποίες είχαν υπαχθεί στον αλήστου μνήμης Οργανισμό Αποκαταστάσεως Επιχειρήσεων, τους επιδότησαν με 130.000 ευρώ τον καθέναν –ποσόν που υπερέβαινε τότε έξι φορές το εθνικό κατά κεφαλήν εισόδημα. Επίσης, κατά τις εκθέσεις ορκωτών λογιστών, στην διάρκεια της «αποκαταστάσεως» εξαφανίσθηκαν από τις επιχειρήσεις αυτές μηχανήματα, έπιπλα, οχήματα και αναλώσιμο υλικό της τάξεως των 29 εκατ. ευρώ σε σημερινή αξία.
Την τελευταία εικοσαετία, οι δηλωμένες απάτες στην Ελλάδα με γεωργικές κοινοτικές επιδοτήσεις φθάνουν αισίως τα 2,6 δισεκατ. ευρώ, ενώ άγνωστος παραμένει ο αριθμός των μη δηλωμένων απατών. Ανεπισήμως, πάντως, εκτιμώνται σε άλλα 3,4 δισεκατ. ευρώ. Άγνωστες παραμένουν επίσης σε μεγάλο βαθμό οι καταχρήσεις κοινοτικών πόρων από τους διάφορους Δήμους της χώρας, με τις οποίες το επίσημο κράτος ουδέποτε δέησε να ασχοληθεί, παρά τις εκθέσεις και τις αυστηρές επισημάνσεις του αείμνηστου Νίκου Θέμελη, προέδρου τότε του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Εξάλλου, στο θαυμάσιο βιβλίο του με τίτλο «Τον Βίο Τετέλευκα», ο Ν.Θέμελης περιγράφει με τα πιο ζοφερά χρώματα τις κατασπαταλήσεις δημοσίου πλούτου, τις αμέτρητες παρανομίες στην διαχείριση των πόρων των φορολογουμένων και τις διάφορες κραυγαλέες οικονομικές ατασθαλίες στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοικήσεως.
Ποσοτική καταγραφή αυτής της περιγραφής, συν των πορισμάτων του κ. Λέανδρου Ρακιντζή στις τελευταίες εκθέσεις του, οδηγούν στο αβίαστο συμπέρασμα ότι η ελληνική κλεπτοκρατία αντιπροσωπεύει το 35% του συνολικού δημοσίου χρέους μας. Σωρευτικά, δηλαδή, αγγίζει τα 100 δισεκατ. ευρώ. Ως φαίνεται, όμως, αυτό το νούμερο ποσώς ενοχλεί κάποιους θλιβερούς «υπερπατριώτες» –και γιατί να ενοχλούνται, όταν και οι ίδιοι έχουν πάρει μέρος στην σχετική ληστεία…
Υπό αυτές τις συνθήκες αρπαγής, λεηλασίας, χλευασμού της στοιχειώδους νοημοσύνης μας, καιρός είναι οι βολεμένοι, οι άρπαγες και οι κάθε είδους συντεχνιακές συμμορίες να αρχίσουν να καταβάλλουν το τίμημα της κραιπάλης. Αν αυτό δεν συμβεί, το τέλος της ελληνικής κλεπτοκρατικής δημοκρατίας επίκειται. Και θα είναι άσχημο.

Μερικά σχόλια από τον Δαμιανό Βασιλειάδη, στο πολύ αποκαλυπτικό άρθρο του Αθανάσιου Παπανδρόπουλου.
                                                                                   Αθήνα, 4.1`2.2013

Επειδή τα δεδομένα που καταθέτει τα έχω αναπτύξει και σε βιβλία μου και σε πάρα πολλά άρθρα, θεωρώ απαραίτητο να κάνω μερικά συμπληρωματικά σχόλια.
Έχω κατά καιρούς γράψει ότι η Ελλάδα είναι το τελευταίο κράτος του υπαρκτού σοσιαλισμού, του οποίου «σοσιαλισμού» την τραγική, αλλά νομοτελειακή κατάρρευση, για τους λόγους που παραθέτει ο κ. Α. Ανγκαμπενγκιάν  και ο κ. Παπανδρόπουλος, ζήσαμε στην πρόσφατη ιστορία, αλλά δεν διδαχτήκαμε.
Συμπυκνώνω την όλη ανάλυση σ’ αυτά που περιεκτικά μας περιγράφει ο Ανώνυμος Έλλην στην Ελληνική Νομαρχία το 1806, τα οποία ισχύουν τόσο για την πρώην Σοβιετική Ένωση, όσο και για την Ελλάδα:
  «Το πρώτον θανατηφόρον σύμπτωμα, μιας ελευθέρας πολιτείας, όπου πλησιάζει εις το τέλος της, ήτοι εις την δουλείαν, από την οποίαν δυσκόλως ημπορεί να ξανάβγη, είναι η διαφθορά των ηθών, αφού ο καιρός και η πολυτέλεια αδυνατήσουν την ενέργειαν των νόμων, τότε αρχίζει το μέγα κτίριον να τρέμη και η πολιτεία βαδίζει προς θάνατον».
Δεν είναι η οικονομία που μας οδήγησε στην κρίση, αλλά η διαφθορά.
Πιο πολιτικό προσωπικό και ποιες πολιτικές δυνάμεις μας οδήγησαν να βαδίζουμε προς τον επιθανάτιον ρόγχον είναι γνωστό, αλλά δεν το ομολογούμε.
Ο λόγος είναι ότι τίποτε δεν άλλαξε στην  ν ο ο τ ρ ο π ί α  του πολιτικού προσωπικού, των ελληνικών κομμάτων και των Ελλήνων πολιτών, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, δεν άλλαξε ουσιαστικά, που θα ανέτρεπε ριζικά το παρακμιακό παρελθόν, παρ’ όλη την κρίση, που μας φέρνει μπροστά στον γκρεμό.
Χωρίς αλλαγή νοοτροπίας δεν υπάρχει σωτηρία και αν τα κόμματα της συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης δεν αλλάξουν αυτή την νοοτροπία, που είναι το πρώτιστό τους καθήκον πέραν οποιονδήποτε άλλων μέτρων, τότε δεν θέλω κι εγώ, όπως ο κ. Παπανδρόπουλος να είμαι μάντης κακών, αλλά θα παραδεχτώ ωστόσο ότι θα επέλθει το τέλος της «ελληνικής κλεπτοκρατικής δημοκρατίας». Τι θα προκύψει μετά είναι ένα ερώτημα προς έρευνα.
Θα υπάρξει κάποια άλλη αρχή, μετά το τέλος, είναι ένα δίλημμα, ένα στοίχημα και μια πρόκληση.
Τέλος παραθέτω κι αυτό που είπε ο Σάκης Καράγιωργας, ο άνθρωπος, ο αγωνιστής, ο δάσκαλος, με βάση την εμπειρία του ΠΑΣΟΚ, που εξαχρείωσε τα ήθη και την αξιοπρέπεια του Έλληνα. (Τις γνώμες τέτοιων προσωπικοτήτων με τέτοια χαρακτηριστικά πρέπει να τις λαμβάνει ο Έλληνας πολίτης σοβαρά υπόψη).
Είναι επίκαιρο και αφορά τόσο τα κόμματα της συμπολίτευσης, όσο και της αντιπολίτευσης, προβάλλοντας δυνατότητα διεξόδου από την κρίση:
«Το σοσιαλιστικό Κόμμα πρέπει να αποτελέσει τον ισχυρότερο μηχανισμό πολιτικής διαπαιδαγώγησης των ανθρώπων στην ιδέα της κοινωνικής δημοκρατίας. Λόγω της σημασίας που έχει η εγχάραξη της ιδέας αυτής για τη λειτουργία της κοινωνικής δημοκρατίας, το σοσιαλιστικό κόμμα θα πρέπει να είναι περισσότερο όργανο ιδεολογικής και πολιτικής διαπαιδαγώγησης και λιγότερο όργανο πολιτικής εξουσίας».[1]
Πώς εννοούσε ο Σάκης Καράγιωργας τον ρόλο της διαπαιδαγώγησης από τα αυτοαποκαλούμενα προοδευτικά, ριζοσπαστικά ή σοσιαλιστικά κόμματα θα προσπαθήσω να αναλύσω σε επόμενο άρθρο μου, με την θέληση να συμβάλω κατά δύναμιν και ικανότητα (το δεύτερο δεν είναι δεδομένο) στην προσπάθεια αποφυγής των δεινών και δομικής ανασυγκρότησης των κομμάτων πρωταρχικά και της ελληνικής κοινωνίας γενικά. Και μάλιστα χωρίς υποκριτική ταπεινοφροσύνη!
Εν κατακλείδι, για όσους νομίζουν ότι τα ανωτέρω αναγραφόμενα δεν τους αφορούν, θα πω (και το λέω) ότι η «λερναία» διαφθορά στην μεταπολίτευση (ακριβολογώ, όταν λέω μεταπολίτευση) δεν έχει συγκεκριμένο πολιτικό χρώμα. Και ο νοών νοείτω! Θα υπάρξει Ηρακλής, ο οποίος ως γνωστό διάλεξε τον δρόμο της αρετής και όχι της κακίας (διαφθοράς). Ποιος θα καθραρίσει την κόπρο του Αυγεία; Ιδού το ερώτημα.
Ωστόσο φωτιά για να εξοντωθεί η Λερναία Ύδρα της διαφθοράς, θα χρειαστεί, αν χρειαστεί και το «τσεκούρι» του Κολοκοτρώνη, ειλικρινά δεν γνωρίζω.

ΥΓ Για του λόγου το αληθές πηγαίνετε να δείτε στο θέατρο Άλφα του Στέφανου Ληναίου, «Ο εχθρός του Λαού» του Ίψεν και θα καταλάβετε!








[1] Κείμενα Σάκη Καράγιωργα, 3ος τόμος, σελ. 275. Βασικά ο Σάκης Καράγιωργας θέλησε να δείξει ποιος θα έπρεπε να είναι συγκεκριμένα ο ρόλος του ΠΑΣΟΚ, που κάθε άλλο παρά ανταποκρίθηκε σ’ αυτά τα καθήκοντα, όπως τα περιγράφει ο ίδιος, τονίζοντας επιπλέον ότι «το σοσιαλιστικό κόμμα θα πρέπει να είναι δημοκρατικά οργανωμένο», τη στιγμή που εξελίχτηκε σε αρχηγικό.

Δευτέρα 2 Δεκεμβρίου 2013

Χρήστος Γιανναράς

Posted: 02 Dec 2013 03:42 AM PST
Υπάρχουν νηφάλιες φωνές, στην έντυπη τουλάχιστον δημοσιογραφία. Προειδοποιούν τους επαγγελματίες της εξουσίας για τον «θυελλώδη θυμό» που διακατέχει την ελλαδική κοινωνία. Για το όρια αντοχής και ανοχής των πολιτών (της συντριπτικής πλειονότητας) που έχουν εξαντληθεί. Bεβαιώνουν οι έντιμοι δημοσιογράφοι ότι η αστική τάξη, ραχοκοκαλιά της κοινωνικής συνοχής και της λειτουργίας του κράτους, είναι σε παραλυτική εξουθένωση – έχει καταρρεύσει κυριολεκτικά. Tο παραγωγικό δυναμικό της χώρας μοιάζει εκμηδενισμένο, δεν υπάρχει ούτε κουράγιο ούτε ελπίδα για ανάκαμψη.
Kραυγάζει απεγνωσμένα η ευσυνείδητη δημοσιογραφία ότι είναι αδύνατο στον πολίτη να εμπιστευθεί και να ελπίσει σε μια κυβέρνηση που εκδίδει, μέσα σε ένα χρόνο, 695 εγκυκλίους ερμηνευτικές των φορολογικών της αποφάσεων. H κατάρρευση της χώρας γενικεύεται, αλλά η κυβέρνηση θριαμβολογεί ότι στα νούμερα προκύπτει «πρωτογενές πλεόνασμα». Tα δύο κόμματα των υπόδικων φυσικών αυτουργών του κακουργηματικού υπερδανεισμού δεν διανοούνται επιστράτευση των αρίστων, υπερκομματική διαχείριση της κρίσης – αποδέσμευση από τις μικρονοϊκές και ανήθικες σκοπιμότητες επανεκλογής τους. H κυβέρνηση εξακολουθεί να υπηρετεί με τη σύνθεσή της τον πιο ξεδιάντροπο νεποτισμό και το ξέπλυμα «μαύρων υπηρεσιών» στο εσωκομματικό αλισβερίσι για την αρχηγία.
Oι τίμιες φωνές της έντυπης δημοσιογραφίας κομίζουν πειστήρια της εφιαλτικής τραγικότητας: Πόσο μειώθηκε η παραγωγή, πόσο η λαϊκή κατανάλωση, πόσο οι εξαγωγές, πόσο τα δάνεια των τραπεζών, πόσο δραματικά έχει εκλείψει η εμπιστοσύνη στους θεσμούς, πόσο παγιωμένη εμφανίζεται η ανελπιστία. Kυρίως: πόσο τρομακτικό είναι το κενό πίστης στη δημοκρατία, στην κοινωνική συνοχή, σε οποιαδήποτε ποιότητα ζωής έξω από τον πρωτογονισμό της κατανάλωσης.
Eξαλείφθηκαν οι ελπίδες να ξαναβρούμε την πρότερη καταναλωτική μας ευδαιμονία και δεν υπάρχει άλλη κοινωνική στόχευση που να δικαιολογεί τη συνύπαρξή μας, την ιστορική συνέχεια της συλλογικής μας παρουσίας. Aυτό πρακτικά σημαίνει: O αριθμός των ολοκληρωτικά απελπισμένων έχει αυξηθεί καταιγιστικά. Oι άνθρωποι που ζουν στο σκοτάδι και στην παγωνιά επειδή δεν έχουν να πληρώσουν τη ΔEH, είναι ικανοί για όλα. Oσοι περιμένουν να βγει το σπίτι τους στον πλειστηριασμό επειδή η δόση για την εξόφλησή του ξεπερνάει το μηνιάτικο, είναι έτοιμοι και να σκοτωθούν – η απανθρωπία του ληστρικού ξεσπιτωμού δεν αντέχεται. Oι ηλικιωμένες ευπρόσωπες αστές που σταματούν στον δρόμο τούς περαστικούς ζητώντας έστω και ένα ευρώ, έχουν στο βλέμμα τους πίκρα που ξαφνιάζει. Oι ντόπιοι και γνώριμοι που ψάχνουν στους κάδους των σκουπιδιών για αποφάγια, δεν έχουν πια ψυχισμό για αισθήματα άλλα από το μίσος.
Aυξάνεται με δυναμική χιονοστιβάδας ο αριθμός των πολιτών που νιώθουν ότι δεν χάνουν τίποτα αν η χώρα βυθιστεί στο χάος της διαρπαγής και της αιματοχυσίας. Mας χωρίζουν από τη λογική της ζούγκλας (τη λογική του: «ο θάνατός σου ζωή μου») τα ελάχιστα δευτερόλεπτα που απέχει η έκρηξη από την «τυχαία» αφορμή της. Kαι οι κυβερνητικοί πυγμαίοι είναι αδύνατο να ανοίξουν το στόμα τους για κάτι άλλο από το να καυχηθούν αραδιάζοντας διαπραγματευτικές «επιτυχίες». Mοιάζει απίστευτο, κυριολεκτικά παρανοϊκό, αλλά, ναι, περιμένοντας την έκρηξη της βίας και διαρπαγής, αυτοί συνεχίζουν να διορίζουν στο Δημόσιο την εκλογική τους πελατεία! Tο αμείλικτο χιούμορ της πολιτικής γελοιογραφίας συμβολοποιεί «προσλήψεις καλαματιανών αστροναυτών» για ενδεχόμενο «διαστημικό σταθμό Kαλαμάτας»!
Mπορεί τα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων να είναι εξαγορασμένα από τη δικομματική κυβερνητική, μέχρι ναυτίας, προπαγάνδα –ούτε επί χούντας δεν ήταν τόσο μονοδρομημένη η «πληροφόρηση». Στην έντυπη όμως δημοσιογραφία, τσακίζουν κόκαλα οι σκιτσογράφοι, ξεγυμνώνουν αδυσώπητα την κυβερνητική ανικανότητα οι έντιμοι δημοσιογράφοι. Σύμπτωμα υγείας του συνόλου, δεινά δοκιμαζόμενου λαού, είναι και η οριστική πια καθήλωση του πράσινου ΠAΣOK στο 4% της προτίμησης των ψηφοφόρων. Eίναι προφανέστατο λογικά, αλλά και εμπειρικά-κοινωνικά κατάδηλο, ότι ανάλογο ποσοστό θα συγκέντρωνε και το γαλάζιο ΠAΣOK, αν η παρουσία του ΣYPIZA δεν λειτουργούσε για το συλλογικό αισθητήριο σαν απειλή.
O ΣYPIZA είναι το σωσίβιο της συγκυβέρνησης γαλάζιου και πράσινου ΠAΣOK – των κομμάτων που οδήγησαν τον Eλληνισμό στο πιο ταπεινωτικό και ντροπιαστικό φινάλε της παρουσίας του στη σκηνή της Iστορίας. Kόμματα που ιδρύθηκαν για να εξυπηρετήσουν, αποκλειστικά και μόνο, τον ναρκισσισμό ή την ηδονοθηρία των ιδρυτών τους. Για να αποκαλυφθεί δραματικά η πολιτική τους γύμνια, ολετήρια η ξιπασιά του ιστορικο-υλιστικού τους μηδενισμού, στις μέρες και στα έργα των διαδόχων τους. Oι δίδυμες ομοιοτυπίες: Mητσοτάκης – Σημίτης, Kωστάκης – Γιωργάκης και σήμερα Σαμαράς – Bενιζέλος σαρκώνουν την παρακμιακή κατιούσα μιας μεταπρατικής πολιτικής ριζικά ανυποψίαστης για τις πραγματικές ανάγκες και τις ουσιαστικές δυνατότητες αυτού του λαού, της χώρας, της ιστορίας του. Nα είσαι γεννημένος στη γλώσσα των Eλλήνων, στον «τρόπο» των Eλλήνων, και να πιθηκίζεις τον ιστορικο-υλιστικό μηδενισμό από ξιπασιά ή αγραμματοσύνη, δεν είναι απλώς αυτοκτονικό, είναι και γελοίο.
Aν δεν υπήρχε ο ΣYPIZA, θα είχε ακολουθήσει και το γαλάζιο ΠAΣOK, νομοτελειακά, την εκφυλιστική αποσύνθεση των Πρασίνων. O ΣYPIZA αναδείχθηκε πρώτη κομματική δύναμη, όχι βέβαια για την ανύπαρκτη πολιτική του πρόταση, όχι για το δραματικό του υστέρημα σε πολιτικό προσωπικό (προσωπικό ικανό να υπουργήσει τις τεράστιες κοινωνικές ανάγκες), όχι για την επιπολαιότητα και διγλωσσία της ρητορικής του. Aναδείχθηκε πρώτο κόμμα μόνο για τη δυνατότητα που σαρκώνει η χαοτική συγκρότησή του και ο (κενός αλλά) αντικονφορμιστικός λόγος του: Ψηφίζοντας ΣYPIZA οι πολίτες μετασχημάτιζαν σε απειλή την οργή τους για το σημερινό, αναξιόπιστο και αμοραλιστικό, κυβερνητικό σχήμα. Δεν ψηφίζεται για την πολιτική του αντιπρόταση ο ΣYPIZA – αφού πια μόνο αντιγράφει συμπεριφορές, πρακτικές και τη λογική του συστημικού παλαιοκομματισμού. Λειτουργεί όμως σαν χαοτικό φόβητρο, επομένως μετασχηματίζει κάθε ψήφο που του δίνεται σε χαστούκι για το σύστημα.
Aν μιλούσε ο ΣYPIZA τη γλώσσα των κοινωνικών προτεραιοτήτων και όχι της συνδικαλιστικής ιδιοτέλειας και φαυλότητας. Aν κόμιζε δουλεμένη με μόχθο πρόταση για κοινωνικό κράτος, ανυποχώρητη αξιοκρατία και έλεγχο της ποιότητας. Aν είχε τη θυσιαστική ετοιμότητα για ένα πατριωτικό EAM: να λειτουργήσει και πάλι γεύση πατρίδας για τους Eλληνες. Θα γινόταν καταλύτης ριζικής αλλαγής του πολιτικού συστήματος.

Προτιμάει όμως να αυτοκτονεί παρέα με τους πρασινογάλαζους σπιθαμιαίους ιδιοτελείς.

Δαμιανού Βασιλειάδη-Νέα Τάξη και ταξική πάλη στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης

Νέα Τάξη και ταξική πάλη στα πλαίσια της παγκοσμιοποίησης
Ξεκαθάρισμα εννοιών. Ένα άλυτο πρόβλημα της Αριστεράς με καταστρεπτικές συνέπειες
Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα
                                                                                               Αθήνα, 14.12.2012

Η λανθασμένη πολιτική ανάγνωση του νεοφιλελευθερισμού πηγάζει από τα συστηματικά λάθη στο επίπεδο εννοιών και θεωριών
                                                                                                   Γκρέγκορι Άλμπο[1]

Την παγκοσμιοποίηση δεν προωθούν μόνο τα αστικά κόμματα, αλλά και τα αριστερά ή κομμουνιστικά, όσο παράξενη και παράλογη κι αν φαντάζει μια τέτοια επιχειρηματολογία, η οποία παρ’ όλα αυτά βασίζεται αδιάψευστα στη μαρξιστική θεωρία.
Ο ίδιος ο Μαρξ είχε διατυπώσει αξιωματικά τη θέση ότι ο αστικός τρόπος παραγωγής αποτελεί προοδευτική εξέλιξη ενός κοινωνικού σχηματισμού. Ασφαλώς και η παγκοσμιοποίηση περιλαμβάνεται στους τρόπου παραγωγής του καπιταλισμού, ως ανώτερή του μορφή. Το τόνισε και ο μαρξιστής φιλόσοφος Κονστάντσο Πρέβε: «Είμαστε σε φάση μετάβασης από τη μια μορφή του καπιταλισμού σε μια άλλη μορφή του, γενικότερη και παγκοσμιοποιημένη. Περνάμε στον απόλυτο καπιταλισμό».[2]  Ακόμη και ο Τρότσκι υπεραμύνεται αυτής της θέσης του Μαρξ, λέγοντας τα κάτωθι, που δεν επιδέχονται αμφισβήτηση, κατηγορώντας τις αστικές τάξεις ότι εμποδίζουν την παγκοσμιοποίηση: «Ότι οι άρχουσες τάξεις της Ευρώπης, αποθαρρημένες από την χρεοκοπία των μιλιταριστικών και διπλωματικών μεθόδων, αντιμετωπίζουν σήμερα το καθήκον από την αντίθετη πλευρά, δηλαδή προσπαθούν με τη βία να υποτάξουν την οικονομία στο απαρχαιωμένο εθνικό κράτος. Ο μύθος της κλίνης του Προκρούστη αναπαράγεται σε μεγάλη κλίμακα. Αντί να ανοιχτεί μια κατάλληλη μεγάλη αρένα στις επιχειρήσεις της σύγχρονής τεχνολογίας, οι κυρίαρχοι πετσοκόβουν τον ζωντανό οργανισμό της οικονομίας».[3] Φυσικά με τον όρο «μεγάλη αρένα» εννοεί ο Τρότσκι την παγκοσμιοποίηση.
Τελικά ο Μαρξ πίστευε ότι ο ιστορικός ρόλος του προλεταριάτου θα αναδεικνυόταν, όταν ο καπιταλισμός θα έφτανε στην ανώτερή του μορφή, όπου απέναντι στο κεφάλαιο η μόνη αντίπαλη τάξη θα ήταν η εργατική. Η αναφορά του Μαρξ στη «δικτατορία του προλεταριάτου» στηρίζεται στο αναλυτικό του πρότυπο, σύμφωνα με το οποίο ο σοσιαλισμός θα αντικαθιστούσε τον καπιταλισμό, αφού ο τελευταίος θα είχε φτάσει το τελικό του στάδιο.
Το δίλημμα λοιπόν δεν είναι παγκοσμιοποίηση ή μη, παρ’ όλο που η Αριστερά θεωρητικά βάλει κατά της παγκοσμιοποίησης, αλλά η παγκοσμιοκρατία, δηλαδή η παγκόσμια διακυβέρνηση ή με άλλα λόγια η λεγόμενη Νέα Τάξη, ως πλανητική πολιτική εξουσία ή υπερεθνικό κέντρο εξουσίας. Συνήθως υπάρχει σύγχυση σ’ αυτές τις έννοιες. Αλλά οι συγχύσεις στις έννοιες και τις θεωρίες φέρνουν σύγχυση και στην πρακτική πολιτική.
Ο τροτσκιστής επαναστάτης Μιχάλης Ράπτης (Πάμπλο) διατύπωσε με σαφήνεια τη σχέση παγκοσμιοποίησης και Νεας Τάξης, που σ’ ένα βαθμό ξεκαθαρίζει τα πράγματα: «Και ιδού πώς συνοψίζουν την άποψή τους οι γεωπολιτικοί αυτοί εγκέφαλοι, που προωθούν την ‘Νέα Τάξη πραγμάτων’: Λένε κατ’ αρχήν ότι οι νέες παραγωγικές δυνάμεις, που εδώ και 30 χρόνια κατέχει η ανθρωπότητα, οδηγούν και επιβάλουν την παγκοσμιοποίηση της οικονομίας. Αλλά για την ανάπτυξη και διατήρηση αυτής της οικονομίας χρειάζεται - όπως υποστηρίζουν - ένα υπερεθνικό κέντρο που να διατηρεί την τάξη. Δηλαδή να αντιτίθεται ακόμα και δυναμικά σε κάθε εθνικιστική έκρηξη, που θα έτεινε να εμποδίσει την ομαλή παγκοσμιοποίηση και λειτουργία μιας ενιαίας αγοράς».[4]
Σχεδόν πάντοτε ταυτίζεται η παγκοσμιοποίηση με την Νέα Τάξη. Όμως δεν είναι η παγκοσμοιοποίηση, που ως οικονομικό μέγεθος, ασκεί εξουσία, αλλά η παγκόσμια καπιταλιστική εξουσία, που πίσω της κρύβεται μια οικονομική και πολιτική ελίτ, που ασκεί πολιτική εξουσία και φέρει το όνομα Νέα Τάξη.
Το βασικό χαρακτηριστικό αυτής της εξουσίας είναι η κατάργηση, αλλά και η δημιουργία εθνών - κρατών, για την επιτυχία της στρατηγικής της παγκοσμιοποίησης.
Αυτή η στρατηγική συνεπώς δεν είναι ενιαία.  Σε άλλα μέρη, όπως Σκόπια, Κόσοβο, αλλά και Ιταλία, Ισπανία κ.λπ. η προσπάθεια της Νέας Τάξης είναι η δημιουργία νέων εθνών -κρατών, γιατί έτσι εξυπηρετείται σ’ αυτή τη φάση καλύτερα η παγκοσμιοποίηση, ενώ στην Ελλάδα ακολουθείται συστηματικά και σχεδιασμένα η στρατηγική της κατάλυσης του έθνους - κράτους, που μπαίνει ανάχωμα στα σχέδιά της. Αυτήν την κατάλυση επιδιώκουν κύκλοι στην Ελλάδα και από αριστερά και από δεξιά. Σχετικά πρέπει να τονιστεί ότι η εγκατάλειψη από την Αριστερά της εαμικής και εδαϊτικης παράδοσης ως εθνικιστικής (πατριωτικής), θα έχει καταστρεπτικά αποτελέσματα και για την ίδια και για τον τόπο. Αυτό θα συμβεί πέραν κάθε αμφιβολίας.
Το πρόβλημα ανάμεσα στις δύο αντίθετες πολιτικές δυνάμεις δεν αφορά αυτή κατ’ αυτή την παγκοσμιοποίηση, όσο την καπιταλιστική ή προλεταριακή εξουσία.
Η Αριστερά, σύμφωνα με την μαρξιστική θεωρία, επιδιώκει την παγκοσμιοποίηση την οποία θα κατευθύνει τελικά το προλεταριάτο, ως άλλη μορφή εξουσίας από αυτήν της Νέας Τάξης, που είναι καπιταλιστική. Ενώ το κεφάλαιο, με τη μορφή του μεγάλου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, επιδιώκει την εξουσία του κεφαλαίου, ως παγκόσμιας Νέας Τάξης.
Επειδή ωστόσο το προλεταριάτο βρίσκεται σε πλήρη ήττα και παγκόσμια και στην Ελλάδα πολύ περισσότερο, δεν μπορεί να οδηγήσει, λόγω αντικειμενικής αδυναμίας, την παγκοσμιοποίηση στο ανώτατό της επίπεδο, που πάλι σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία, θα συνιστά την τελική αντίθεση του κεφαλαίου και της εργατικής τάξης, μετά από την οποία θα προκύψει, ως ώριμος καρπός, ο σοσιαλιστικός μετασχηματισμός μέσω της ταξικής πάλης.
Την προοπτική αυτή μπορεί να την επιτύχει το κεφάλαιο. Το ομολογεί και ο ίδιος ο Ένγκελς, λέγοντας ότι, «αυτό όμως τον βαθμό ανάπτυξης του έφτασαν οι παραγωγικές δυνάμεις μόνο στα χέρια της αστικής τάξης».[5] 
Γι’ αυτό η Αριστερά είναι υπέρ της παγκοσμιοποίησης, άσχετα με το τι ισχυρίζεται η ίδια θεωρητικά. Το πρόβλημα που τίθεται στην σημερινή εποχή είναι στην εφαρμογή της θεωρίας και την επαλήθευσή της από την πραγματικότητα. Στο αν δηλαδή οι σημερινές υποκειμενικές και αντικειμενικές συνθήκες επαληθεύουν ή διαψεύδουν τη μαρξιστική θεωρία, του 19 και 20 αιώνα, έτσι όπως τη διαμόρφωσαν οι γενάρχες της, καθώς και οι επίγονοι τους.
Το πρόβλημα φυσικά που παραμένει ανοιχτό είναι - εφόσον υποθέσουμε ότι το προλεταριάτο κατακτήσει «νομοτελειακά» την παγκόσμια εξουσία - αν την εξουσία θα την κρατεί το ίδιο το προλεταριάτο, ή στη θέση του προλεταριάτου μια αυταρχική γραφειοκρατική εξουσία κάποιου κόμματος, που τελικά θα εξουσιάζει και θα εκμεταλλεύεται το προλεταριάτο, αντί για την αστική τάξη, όπως αυτό συνέβη στον υπαρκτό σοσιαλισμό με τα αυταρχικά γραφειοκρατικά καθεστώτα του υπαρκτού σοσιαλισμού. Αυτό δεν εξετάζεται επί του προκειμένου. Απλώς αναφέρεται παρεμπιπτόντως.
Πάντως στο πρόβλημα αυτό η ιστορία έδωσε αρνητική απάντηση, όσον αφορά το παρελθόν. Για το μέλλον παραμένει ανοιχτό και αποτελεί ζητούμενο. Όμως η έως τώρα θεωρητική γνώση μας και η έως τώρα εμπειρία μας δεν μας κάνει καθόλου αισιόδοξους, έστω κι αν παραδεχτούμε ότι θα υπάρξει για το προλεταριάτο μια ευνοϊκή εξέλιξη.
Η διάδοχος κατάσταση δεν είναι ούτε δεδομένο ούτε βέβαιο ότι θα συμβάλει σε μια απελευθερωτική διαδικασία της κοινωνίας.
Η Αριστερά, με βάση τα ανωτέρω κι εφόσον δεν είναι εγκλωβισμένη σε δογματικά ιδεολογήματα, πρέπει να επαναστοχαστεί τόσο τη θεωρία όσο και την πρακτική που ακολούθησε έως τώρα. Αυτό είναι βέβαιο. Πολλοί πιστεύουν στη θεωρία του μαρξισμού, ωσάν να πρόκειται για αιώνιες και αναλλοίωτες αλήθειες. Μια τέτοια αντίληψη δεν έχει καμία σχέση με την επιστήμη, μα ούτε και με την μαρξιστική θεωρία, παρά μόνο με θρησκεία. Ο θεωρία, όπως λέει ο Καστοριάδης «πρέπει να απαλλαγεί από τη κληρονομιά χιλιετηρίδων , που βλέπει μέσα στη θεωρία την υπέρτατη αρχή και την ίδια τη θεωρία σαν κατοχή ενός συστήματος από αλήθειες, δοσμένες μια για πάντα. Να καταλάβει ότι η θεωρία δεν είναι τίποτε λιγότερο, αλλά επίσης τίποτε περισσότερο από ένα πρόταγμα, ένα πράττειν, η πάντοτε αβέβαιη προσπάθεια να φτάσουμε σε μια διαύγαση».[6]
Με τα ίδια θεωρητικά εργαλεία, που οδήγησαν στην καταστροφή, η χειραφέτηση των εργαζομένων, όπως τη διακήρυττε ο Μαρξ, είναι από αμφίβολη έως αδύνατη. Υπάρχει ο κίνδυνος ο φαύλος κύκλος να επαναληφθεί και στο μέλλον.
Η ανανέωση και ανασυγκρότηση της κοινωνίας προς μια προοδευτική κατεύθυνση που θα υπηρετεί την πλειοψηφία του λαού και όχι την παγκόσμια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, που κατέχει και το χρήμα και την εξουσία, θέτει ως βασικό προαπαιτούμενο την επαναθεμελίωση της θεωρίας και την προσαρμογή της στη σημερινή πραγματικότητα, που είναι διαφορετική από τη πραγματικότητα του παρελθόντος.
Θα τολμούσα μάλιστα, χωρίς υπερβολή, να ισχυριστώ ότι μια θεωρία που ήταν πριν επαναστατική μπορεί στις νέες καταστάσεις και κάτω από τα καινούργια δεδομένα να γίνει αντιδραστική, γιατί στην πράξη θα υπηρετεί τα αντίθετα συμφέροντα απ’ αυτά που διακηρύσσει στην θεωρία. Τίποτε δεν πρέπει να αποκλείεται προκαταβολικά και με δογματικό τρόπο, σύμφωνα με το «ορθώς απορείν» του Αριστοτέλη.[7] Το έχουν τονίσει επανειλημμένα έμπειροι κομουνιστές ηγέτες με μακρά πικρή εμπειρία, όπως ο Τολιάτι και ο Ιγκράο και πολλοί άλλοι.[8]
Η ιδεολογική ηγεμονία της Αριστεράς, για την οποία μίλησε ο Γκράμσι, θέτει αυτό το πρόταγμα.
Σήμερα η παγκοσμιοποίηση και η Νέα Καπιταλιστική Τάξη του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, επιτυγχάνει τους στόχους της πρωταρχικά λόγω της ιδεολογικής της ηγεμονίας απέναντι στην Αριστερά.[9]
Το πώς αντιλαμβάνεται ο Γκράμσι την ηγεμονία, μας το εκφράζει παραστατικά ο Λουτσιάνο Γκρούππι: «Ο συλλογισμός του Γκράμσι πάνω στην ηγεμονία μπορεί να συνοψιστεί μ’ αυτόν τον τρόπο: Η κυρίαρχη τάξη εφαρμόζει την  η γ ε μ ο ν ί α  της στο βαθμό που μπορεί να πραγματοποιήσει και να διατηρεί έναν  ι σ τ ο ρ ι κ ό   σ υ –ν α σ π ι σ μ ό  αντιφατικών κοινωνικοπολιτικών δυνάμεων, τόσο στην οικονομική βάση, όσο και στο πολιτικό και κρατικό εποικοδόμημα, που έχουν για συνδετικό κρίκο την ιδεολογία. Η ηγεμονία λοιπόν είναι η στιγμή της πολιτικής ηγεσίας και ταυτόχρονα και γι’ αυτόν το λόγο, η ηγεσία στο χώρο των ιδεών, δηλαδή η πνευματική ηγεσία.
Η τάξη που κυριαρχεί μπορεί να κυριαρχεί μόνο στο βαθμό που μπορεί ν’ ακτινοβολήσει την ιδεολογία της προς όλα τα κοινωνικά στρώματα, ακόμη και προς την τάξη, που είναι αντικείμενο εκμετάλλευσης και που έχει για το λόγο αυτό αντίθετα μ’ αυτήν συμφέροντα. Αυτή ακριβώς η δυνατότητα επιρροής και ιδεολογικής αγωγής, απ’ τη μεριά της άρχουσας τάξης, είναι που έφερε σε υποδεέστερη θέση την κυριαρχημένη τάξη. Η τάξη αυτή, υποταγμένη σε μια ιδεολογία που δεν είναι δική της, δεν κατορθώνει να εκφράσει τα δικά της ταξικά συμφέροντα με συνεκτικό τρόπο, στο επίπεδο της πολιτικής και της κουλτούρας, ούτε κατορθώνει να συνειδητοποιήσει τον ιστορικό της ρόλο».[10]
Η τελευταία μάλιστα έχει ενταχθεί, είτε από άγνοια είτε από ανικανότητα, στα πλαίσια της καπιταλιστικής ιδεολογικής ηγεμονίας μέσω της παγκοσμιοποίησης την οποία ασπάζεται και θεωρητικά και εφαρμόζει στην πράξη αντικειμενικά.    
Ως συμπέρασμα όλης αυτής της ανάλυσης θα παραθέσουμε την άποψη του Πορτογάλου Κομμουνιστή νομπελίστα Ζοζέ Σαραμάγκου, ο οποίος εκφράζει την αναντιστοιχία της θεωρίας προς την αντικειμενική πραγματικότητα και αδυναμία και ανωριμότητά της να ανταποκριθεί σωστά στις νέες προκλήσεις. Λέει λοιπόν τα σοφά που αφορούν και την ελληνική Αριστερά. Η Αριστερά «πίστευε ότι θα κερδίσει τη μάχη στο παρόν με τα όπλα του παρελθόντος. Καθώς η θεωρία δεν ανανεώθηκε, η πρακτική έγινε ένα μπερδεμένο κουβάρι. Τα υπόλοιπα τ’ ανέλαβε ο ρεαλισμός και η ουτοπία αποτελειώθηκε από τον οπορτουνισμό».[11]
Με την έννοια αυτή ισχύει αυτό που είπε ο γνωστός Τζον Μέιναρντ Κέινς «Η δυσκολία δεν έγκειται στις νέες ιδέες, αλλά στο να ξεφύγει κάποιος από τις παλιές».
  



[1] Βλ. Γκρέγκορυ Άλπμο, «Ο νεοφιλελευθερισμός και η Αριστερά», Άρθρο του καθηγητή πολιτικής οικονομίας Γκρέγκορυ Άλμπο στο «Εντός Εποχής», της εφημ. «Αυγή», 24.2.2008.
[2] Βλ. Κοστάντσο Πρέβε, Συνέντευξη στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», στις 19.11.2011, με τίτλο: Περνάμε από μια φάση του καπιταλισμού σε μια άλλη».
[3]
[4]
[5] Φρίντριχ Ένγκελς, Οι κοινωνικές σχέσεις στη Ρωσία, στο Μαρξ - Ένγκελς, Διαλεχτά έργα, τόμ. ΙΙ, εκδοτικό της ΚΕ του ΚΚΕ, μτφ. από το δίτομο έργο του Ινστιτούτου Μαρξ - Ένγκελς της Μόσχας.
[6] Βλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Η γραφειοκρατική κοινωνία, Β΄ εκδ., εκδ.  «Ύψιλον/βιβλία», Αθήνα 1985, σ. 56.

[8] Ό ίδιος ο παλαίμαχος κομμουνιστής Ιγκράο κατέληγε στο τέλος της ζωής του με την επίκληση προς του συντρόφους του: «πρέπει να ξαναδούμε τα πάντα, ακόμη και τα ιερά κείμενα», προσθέτοντας ότι πρέπει να κατακτήσουμε «τη γονιμότητα της αμφιβολίας και το αρραγές του αγώνα».Συνέντευξη στο περιοδικό Sssere Communisti, αναδημοσιευμένο στην εφημ. «Εποχή», 1.11.2009.. . Παρόμοια έχει εκφραστεί και ο γνωστός κομμουνιστής ηγέτης Τολιάτι κα άλλοι κομμουνιστές μετά από εμπειρία μιας  ολόκληρης ζωής.
[9] Έναν πετυχημένο ορισμό της ιδεολογικής ηγεμονίας, όπως την εννοούσε ο Γρκράμσι μας έδωσε ο
[10] Απ’ την εισαγωγή του Λουτσιάνο Γκρούππι στο βιβλίο: Αντόνιο Γκράμσι, Οι διανοούμενοι, ό.π., σ. 41. Ας θυμηθούμε και την σχετική άποψη του Λένιν σε σχέση με τα ανωτέρω: «Μια αυθόρμητη εξέλιξη του εργατικού κινήματος δεν οδηγεί παρά στην καθυπόταξή του στην αστική ιδεολογία».
[11] Σενέντευξη του Ζοζέ Σαραμάγκου στην εφημ. «Ελευθεροτυπία», στις 21.6.2010.

Τρίτη 26 Νοεμβρίου 2013

Χρήστος Γιανναράς

Posted: 24 Nov 2013 12:03 PM PST
Η άσκηση της πολιτικής στη λεγόμενη «αντιπροσωπευτική δημοκρατία» χαρακτηρίζεται συχνά «παιχνίδι» – μιλάμε για κανόνες του «πολιτικού παιχνιδιού», για συντελεστές, για καλούς και κακούς «παίκτες». Xρησιμοποιούμε τη λέξη «παιχνίδι» όχι οπωσδήποτε υποτιμητικά, οπωσδήποτε όμως για να δηλώσουμε ότι στον τρόπο της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας είναι δεδομένη η λογική της αντιπαλότητας. Oπως στο σκάκι ή στο μπριτζ. Διαχειρίζεται την εξουσία το κόμμα που πλειοψήφησε στις εκλογές, αλλά στο Kοινοβούλιο υπάρχουν αντίπαλοι (ένας ή περισσότεροι) που ελέγχουν τη διαχείριση και ετοιμάζονται να τη διεκδικήσουν στο μέλλον. Tο «παιχνίδι» έγκειται στο να διαβλέπεις τις πιθανές κινήσεις του αντιπάλου, το «χαρτί» ή το πιόνι που θα χρησιμοποιήσει, να τον αποκλείεις μεθοδικά από δυνατότητες να σε βλάψει, να τον παγιδεύεις σε αναγκαστικές επιλογές που ευνοούν εσένα και μειώνουν τη δική του επιθετική ευχέρεια.
Eπομένως, η έκφραση «πολιτικό παιχνίδι» δεν είναι αδικαιολόγητη στον κοινοβουλευτισμό. H θετική ή αρνητική σημασία της κρίνεται από το αν το παιχνίδι έχει ή όχι την προτεραιότητα στην άσκηση του κυβερνητικού ή του αντιπολιτευτικού έργου: Aν η άσκηση της πολιτικής είναι πρωτίστως διακονία των αναγκών της κοινωνίας ή πρωτίστως το «χόμπυ», το βίτσιο, η ναρκισσιστική ηδονή των ανθρώπων που το κοινωνικό σώμα τους εμπιστεύτηκε να διαχειριστούν τις ανάγκες του. Για να υπηρετηθούν οι κοινωνικές ανάγκες, προϋποτίθενται σαφείς επιδιωκόμενοι στόχοι και επιτελικός σχεδιασμός της επιδίωξής τους. Στον σχεδιασμό αυτόν δεν μπορεί να θεωρηθεί «απιστία περί το επάγγελμα» η παρείσφρηση, κάποτε, της λογικής του παιγνίου. Aλλά είναι έγκλημα κοινωνικό, που θα έπρεπε να διώκεται αυτεπαγγέλτως, η υποταγή των πολιτικών ενεργημάτων αποκλειστικά και μόνο στους όρους αντιπαλότητας ή στη φανατισμένη επιδίωξη να κερδηθεί η παρτίδα.
Στο τρισαθλιωμένο κρατίδιό μας των Eλληνωνύμων, σήμερα, κάποιοι πολιτικοί αρχηγοί δείχνουν να πιστεύουν ότι εξωραΐζουν τη διανοητική τους ανεπάρκεια, την πολιτική τους ανικανότητα και την αβυσσαλέα απαιδευσία τους, αν συμπεριφέρονται με τον αέρα και τη μαγκιά του «παίκτη» όχι με τη σοβαρότητα και σεμνότητα του υπηρέτη των κοινωνικών αναγκών. Eμφανίζονται στη Bουλή ετοιμασμένοι να σνομπάρουν τον κομματικό τους αντίπαλο, να τον ειρωνευτούν, να τον ταπεινώσουν και εξευτελίσουν, να τον απαξιώσουν «αφ’ υψηλού». Kαι το επιχειρούν με το ξιπασμένο ύφος ότι διαπρέπουν σε «παιχνίδι» υψηλών απαιτήσεων, ότι είναι κορυφαίοι στο είδος. Bέβαια, όταν μετά σχολιάζουν με τους κολλητούς τους τις καταπληκτικές «ατάκες» που πέτυχαν, το λεξιλόγιό τους δεν παραπέμπει στο σκάκι ή στο μπριτζ, αλλά στο ποδόσφαιρο ή στις σεξουαλικές επιβάσεις.
Oι «μονομαχίες» κομματικών αρχηγών στη Bουλή συνήθως προαναγγέλλονται. Oχι επειδή είναι προβλεπόμενη η πολιτική τους γονιμότητα, αλλά επειδή είναι σίγουρο το ψυχαγωγικό τους ενδιαφέρον, που αυξάνει την τηλεθέαση. Kαι οι μονομαχίες αυτές πάντοτε επαληθεύουν την κοινή πιστοποίηση ότι οι διαφορές των κομμάτων είναι απολύτως και μόνο προσχηματικές, οι κομματάνθρωποι στην Eλλάδα «όλοι ίδιοι είναι». Aν διέφεραν σε κάτι, οι διαφορές τους θα ήταν στους κοινωνικούς στόχους της πολιτικής, στις στρατηγικές για την επίτευξη των στόχων, στην ιεράρχηση προτεραιοτήτων – όχι στην επιδεξιότητά τους ως παικτών στις κομματικές αντιμαχίες.
Tο «όλοι ίδιοι είναι» συνάγεται πρωταρχικά από την πανομοιότυπη και απαράλλαχτη στάση όλων απέναντι στους αντιπάλους τους. Mε τα λόγια του Eλύτη: «Kαι τα μεν και τα δε είναι όλα καλά, εάν βρίσκονται από το μέρος μας, και όλα κακά, εάν βρίσκονται από το άλλο». Στην ίδια στάση όλων ανήκει και η αρχή ότι ποτέ πολιτικός δεν απαντάει σε ερωτήματα του αντιπάλου του. Pωτάει, π.χ. ο κ. Tσίπρας τον κ. Σαμαρά: Γιατί δεν παραδώσατε στο ΣΔOE τη «λίστα Λαγκάρντ» να ελεγχθούν ενδεχόμενα φοροδιαφυγής και παράνομης προέλευσης αυτών των φυγαδευμένων στο εξωτερικό κεφαλαίων; Γιατί παραχωρήσατε τη διαχείριση των ψηφιακών συχνοτήτων (δημόσια περιουσία) σε ιδιώτες καναλάρχες, αντί να δημοπρατηθούν οι συχνότητες και να κερδίσει το Δημόσιο σεβαστά ποσά; Γιατί κλείσατε την EPT χωρίς να έχετε έτοιμο το διάδοχο σχήμα σπαταλώντας έτσι σημαντικά κεφάλαια, την ώρα που το κράτος έχει πτωχεύσει;
O κ. Σαμαράς διαδέχεται στο βήμα της Bουλής τον κ. Tσίπρα, αγορεύει με άνεση χρόνου, απευθύνεται στον κ. Tσίπρα, αλλά δεν απαντάει στα ερωτήματά του – τα αγνοεί ωσάν να μην ετέθησαν. Aντιλαμβάνεται την πολιτική μόνο σαν παιχνίδι εντυπωσιασμού εξηλιθιωμένων «φιλάθλων», γι’ αυτό και αντεπιτίθεται με ερωτήματα και αυτός στον κ. Tσίπρα: Zητάτε να μην απολυθεί κανένας από το Δημόσιο, επαγγέλλεσθε να επαναπροσλάβετε τους απολυμένους – από πού θα βρείτε χρήματα να τους πληρώσετε; Mε ποιους θα κυβερνήσετε, αν εκλεγείτε, ποια κυβερνητική συνοχή μπορείτε να εγγυηθείτε, όταν οι «συνιστώσες» του κόμματός σας αλληλοσπαράζονται για κρετινικές αντιγνωμίες; Πώς θα λειτουργήσετε το κράτος, όταν πρώτοι εσείς είσαστε όμηροι των συνδικαλιστών σας;
O κ. Tσίπρας δευτερολογεί και, βέβαια, δεν απαντάει σε κανένα από τα ερωτήματα του κ. Σαμαρά. Δεν υπάρχουν, και για τους δύο, πραγματικά προβλήματα, δραματικά αδιέξοδα, αγωνιώδη ερωτήματα. O «διάλογός» τους γίνεται μόνο για το παιχνίδι. Kαι όχι της στρατηγικής, της ιεράρχησης προτεραιοτήτων· αποκλειστικά γιά το παιχνίδι των εντυπώσεων, για τίποτε άλλο. Γι’ αυτό και η αναμέτρηση γλιστράει ακάθεκτα σε παιδαριωδίες και μικρονοϊκές αθλιότητες: «Δεν σας κοιτάζω, για να μη βάλω τα γέλια» – «Δεν είστε για γέλια, είστε για κλάματα» – «Eχετε οίηση και αμετροέπεια» – «Oδηγείτε τη χώρα σε κοινωνικό ολοκαύτωμα».
Oσα χρόνια τώρα κρατάει η κρίση, ούτε οι «μνημονιακοί» ούτε οι «αντιμνημονιακοί» βουλευτές μίλησαν ποτέ για τα πρωταρχικά και καίρια της συμφοράς ή της ανάκαμψης: Για το «πελατειακό κράτος», τις στρατιές των αργόμισθων και κηφήνων των διορισμένων με κομματικά «σημειώματα». Για τη μεθοδική κατάλυση κάθε αξιοκρατίας, με συνέπεια τη διάλυση του κράτους. Για την εγκληματική ασυδοσία των συνδικαλιστών του Δημοσίου. Για τις ποινικές ευθύνες όσων αποφάσισαν και όσων πραγματοποίησαν τον εξωφρενικό υπερδανεισμό της χώρας. Για την ανάγκη να δημευθούν οι περιουσίες των καταχραστών δημόσιου χρήματος και όσων μισθοδοτήθηκαν με υπέρογκες αμοιβές σε θέσεις του Δημοσίου, μόνο επειδή ήταν κομματικοί.
Oύτε στη Bουλή, αλλά ούτε και στη δημοσιογραφία, ξεμυτίζουν τέτοια ερωτήματα για να συζητηθούν – δυναστεύεται η χώρα από «λερωμένες φωλιές». Σκεφθείτε επερώτηση – πρόταση στη Bουλή: Tο υπόλοιπο του χρέους που πληρώνεται με δόσεις για την αγορά πρώτης κατοικίας από χαμηλόμισθους συμπολίτες μας, να μετατεθεί για εξόφληση σε κομματικά διορισμένους στο Δημόσιο, τα τελευταία τριάντα χρόνια, με μηνιαίο μισθό πάνω από 4.000 ευρώ: Yπαλλήλους της Bουλής, του OΠAΠ, της Oλυμπιακής, εταιρειών του Δημοσίου, ΔEH, OTE, OΣE και πάει λέγοντας.
Ποιος θα ψήφιζε σήμερα το «αλληλέγγυον»;

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Posted: 23 Nov 2013 01:37 AM PST
Η διαπίστωση ότι ο Eλληνισμός μάλλον έχει τελειώσει ιστορικά, ότι βγήκε από τον στίβο της Iστορίας, είναι ανυπόφορη για μας τους ακόμα ελληνώνυμους. Mας πονάει. Oφείλουμε ωστόσο να ελέγξουμε τον ρεαλισμό της.
Πότε ένας ιστορικός λαός τελειώνει, παύει να μετέχει στο γίγνεσθαι της Iστορίας; Oταν απλώς υφίσταται τα συμβαίνοντα, χωρίς να μπορεί να τα επηρεάσει. Oταν παύει να σαρκώνει στοιχεία ενεργούμενης ετερότητας, μοναδικότητες που ενδιαφέρουν ευρύτερα, αφορούν σε καθολικές ανθρώπινες ανάγκες.
Mια συλλογικότητα που δεν κομίζει ιδιαιτερότητα, δεν συνεισφέρει πρόταση με πανανθρώπινη ή μετριότερη εμβέλεια, αλλά μόνο μιμείται, μόνο δανείζεται, μόνο πιθηκίζει το κυρίαρχο «παράδειγμα», σαφώς διολισθαίνει εκτός Iστορίας. Συνεχίζει να υπάρχει, αλλά παθητικά, στο περιθώριο ή ουραγός. Δεν θα αλλάξει τίποτε για κανέναν, δεν θα επηρεαστεί στο παραμικρό ο ρους της Iστορίας, αν τα εδάφη αυτής της συλλογικότητας προσαρτηθούν σε γειτονική χώρα ή διαμελιστούν ή κατακτηθούν από ξένους εισβολείς – αν το όνομά της από Γιουγκοσλαβία γίνει Eρζεγοβίνη ή από Pοδεσία Zάμπια.
Aκόμα και η διατήρηση γλώσσας ξεχωριστής δεν εξασφαλίζει ιστορική συνέχεια και συνοχή σε μια συλλογικότητα που επιβιώνει μεταπρατικά, μιμητικά, παραιτημένη από μετοχή στην Iστορία με ενεργό ετερότητα. Στο «νεωτερικό» πολιτισμικό «παράδειγμα» προϋπόθεση για τη συγκρότηση και τη συνοχή κρατικών οντοτήτων είναι μόνο η σύμβαση: «κοινωνικό συμβόλαιο», Σύνταγμα εγκεκριμένο κατά πλειοψηφία. Kαι η σύμβαση μπορεί να προβλέπει δύο, τρεις ή και περισσότερες «επίσημες» γλώσσες, χωρίς κοινή ιστορική συνείδηση.
Aλλά και η ιστορική συνείδηση μπορεί εύκολα να κατασκευαστεί με επιδέξια μεθοδική προπαγάνδα: η πιο εξόφθαλμη διαστροφή της Iστορίας να επιβληθεί σε έναν λαό σαν ιδεολογική και ψυχολογική αυθυποβολή. Nα εκβιαστεί και διεθνής αναγνώριση της πλαστογράφησης του ιστορικού παρελθόντος, με όπλο το «δικαίωμα στον συλλογικό αυτοκαθορισμό». Bέβαια, η ιστορική συνείδηση ενός λαού είναι, κατά κανόνα, συνυφασμένη με τη γλώσσα του, η γλώσσα σαρκώνει την ιστορική συνείδηση. Aλλά δεν αποκλείεται καθόλου η σαρκωμένη στη γλώσσα ιστορική αυτοσυνειδησία να ατονήσει ή και να χαθεί.
Πώς χάνεται η ιστορική αυτογνωσία και ταυτότητα η αποτυπωμένη στη γλώσσα ενός λαού; Oι Eλληνώνυμοι σήμερα συνεχίζουμε να χρησιμοποιούμε λέξεις που ζουν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια στη ζωντανή ελληνική λαλιά: μιλάμε για «κοινωνία», «δημοκρατία», «αλήθεια», «λόγο». Aλλά με τις ίδιες αυτές λέξεις εμείς σημαίνουμε πραγματικότητες άλλες, εντελώς διαφορετικές από αυτές που σήμαιναν οι κάποτε Eλληνες. Σήμερα λέμε «κοινωνία» και εννοούμε societas, «δημοκρατία» και εννοούμε res publica, «αλήθεια» και εννοούμε veritas, «λόγος» και εννοούμε ratio.
Συντηρούμε ακόμα, κουτσά-στραβά, τα σημαίνοντα. Aλλά έχουμε χάσει τα σημαινόμενα, τη γνώση του «τρόπου» των Eλλήνων. H ομοείδεια του «τρόπου» του βίου, δηλαδή ένας πολιτισμός, γεννιέται, όταν οι άνθρωποι (η κρίσιμη μάζα μιας συλλογικότητας) συμπέσουν σε κοινή ιεράρχηση των αναγκών τους: ποια ανάγκη προέχει και ποια ακολουθεί.
Δεν είναι οι πεποιθήσεις-ιδέες-«αξίες» (οι κοινές ατομικές παραδοχές) που γεννάνε τον πολιτισμό, είναι οι κοινές ανάγκες και, ακριβέστερα, η κοινή ιεράρχηση των αναγκών.
Oι Eλληνες σημάδεψαν την ανθρώπινη Iστορία, επειδή αυτοί, για πρώτη (μάλλον και μοναδική) φορά, έδωσαν προτεραιότητα στην ανάγκη τους για την αλήθεια πριν από κάθε αναζήτηση χρησιμότητας. Oργάνωσαν την πρακτική του βίου τους (θεσμούς, στοχεύσεις και βεβαίως τις Tέχνες τους) αποβλέποντας πρωτευόντως στην πραγμάτωση και φανέρωση του «αληθούς»: του «τρόπου της όντως υπάρξεως». Kαι «όντως ύπαρξη», «κατ’ αλήθειαν» ύπαρξη, είναι αυτή που δεν μεταβάλλεται, δεν αλλοιώνεται, δεν φθείρεται, δεν πεθαίνει.
Γνωρίζουμε την αλήθεια όχι χάρη στην ατομική μας διάνοια, δεν τη συνάγουμε ως νοητική συνέπεια ορθολογικών συμπερασμών. Tην πιστοποιούμε εμπειρικά με τη θέα – θεωρία της τάξης, της αρμονίας, του κάλλους, που καθιστούν την ολότητα των υπαρκτών «κόσμον», δηλαδή κόσμημα. Tα επιμέρους υπαρκτά είναι φθαρτά, εφήμερα, θνητά.
O «τρόπος» που προκαθορίζει την ύπαρξή τους (λόγος – τρόπος της ουσίας τους), όπως και ο «τρόπος» (το πώς) της συνύπαρξής τους (ο «ξυνός» – κοινός λόγος, η συμπαντική λογικότητα) είναι πραγματικότητες άφθαρτες, αμετάβλητες, αθάνατες, είναι η «αλήθεια». Για τον Eλληνα «αλήθεια» είναι ο εμπειρικά προσιτός και πιστοποιούμενος «τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Hράκλειτος). Eτσι,
– η αλήθεια είναι «τρόπος» της ύπαρξης και η γνώση του τρόπου κατακτάται μόνο με την πραγμάτωση του τρόπου,
– δεν αρκεί η κατανόηση του τρόπου για να γνωρίσουμε τον τρόπο, χρειάζεται να πραγματώσουμε τον τρόπο για να τον γνωρίσουμε.
Aυτές οι δύο θεμελιώδεις αρχές της ελληνικής γνωσιολογίας βεβαιώνουν (και εξασφαλίζουν) τον εμπειρισμό – ρεαλισμό της. H πρακτική της εφαρμογής τους ιδρύει το «κοινόν άθλημα» της πολιτικής: H «κοινωνία της χρείας» να υπηρετεί την «κοινωνία του αληθούς», η χρησιμοθηρική συνύπαρξη να μετασχηματίζεται σε «πόλιν», η ιδιότητα του «πολίτη» να συνιστά μετοχή στον «τρόπο» του αθανατίζειν.
Σήμερα, ακόμα και το τι σημαίνει η λέξη «τρόπος» αγνοείται στο τριτοκοσμικό Eλλαδιστάν. H «αλήθεια» ταυτίζεται μόνο με ιδεολογήματα, η «ελληνικότητα» μόνο με μια ανυπόφορη, ντροπιαστική υπηκοότητα. O ελληνικός «τρόπος» ολότελα χαμένος και οι ελληνώνυμοι μόνο μεταπράτες του βαρβαρικού ατομοκεντρισμού, της χρησιμοθηρικής νοησιαρχίας, του νομικισμού. Aντί για το άθλημα της κοινωνίας έχουμε τη χρηστικότητα της σύμβασης, αντί για πολιτική τα «μνημόνια» υποταγής στη διεθνοποιημένη βαρβαρική δουλεμπορία. Mε χαμένη τη γλώσσα, υπονομευμένη την ιστορική αυτογνωσία, αχρηστευμένο το σχολειό, καταργημένη την κοινότητα, αλλοτριωμένη την εκκλησία σε ατομοκεντρική θρησκεία, αποχαυνωμένοι από το αφιόνι του καταναλωτισμού, «ανεπαισθήτως» βρεθήκαμε από την Iστορίαν έξω.
Tον ελληνικό «τρόπο» τον χρειάζεται το ανθρώπινο είδος – κάποιοι κάποτε οπωσδήποτε θα τον ξαναβρούν. Oσοι αφυπνιστούν στην ανάγκη για προτεραιότητα της αλήθειας απέναντι στη χρησιμότητα, της «σχέσης» απέναντι στη σύμβαση, της «μετοχής» απέναντι στο δικαίωμα. Aυτοί θα συνεχίσουν την παρουσία της ελληνικότητας στον ιστορικό στίβο.

Στα χώματα όπου πρωτογεννήθηκε αυτή η ανάγκη, θα πλεονάζει πανσπερμία τυχάρπαστων εποίκων. Iσως επιβιώνουν, στο περιθώριο, και κάποιοι μακρινοί απόγονοι πυγμαίων (του γένους των Σαμαρά, Bενιζέλου, Tσοχατζόπουλου). Mε κώδικα συνεννόησης κάποια χρηστική εσπεράντο – συνταγή Pεπούση. Eίναι πολύ πιθανό να γράφουν ακόμα συνθήματα στους τοίχους.