Share |

Παρασκευή 2 Ιανουαρίου 2015

Δαμιανού Βασιλειάδη -Τα βαθύτερα αίτια χρεοκοπίας της Ελλάδας

Τα βαθύτερα αίτια χρεοκοπίας της Ελλάδας
Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα, συνεργαζόμενου από μέρους των Πατριωτικών Στελεχών του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ με τους Ανεξάρτητους Έλληνες

Προσπάθησα να αναλύσω τα αίτια της χρεοκοπίας της Ελλάδας, από την στιγμή της παραίτησής μου το 1977 από το ΠΑΣΟΚ, για τα οποία ισχυριζόμουν και ισχυρίζομαι ότι δεν είναι μόνο ή πρωταρχικά οικονομικά, αλλά και ή πρωταρχικά πολιτισμικά, με την έννοια της απαξίωσης και καταρράκωσης των ηθικών και πνευματικών αξιών   και των καλύτερων παραδόσεων του τόπου στην μακραίωνα ιστορία του. Η παραδοχή αυτή δεν αποτελεί φτηνή ηθικολογία, αλλά μια αλήθεια, με όποια οπτική γωνία κι αν την δει κανείς, νεοφιλελεύθερη ή μαρξιστική.
Θα αναφέρω δύο παράγοντες που συνετέλεσαν σ’ αυτήν την καταστροφική πορεία, κοντά στις άλλες που κατά διαστήματα έχω καταθέσει και που διατύπωσα στον παρελθόν και η μετέπειτα πραγματικότητα ήλθε δυστυχώς να επιβεβαιώσει τόσο τραγικά. Πρέπει να έχει κάποιος θάρρος ήρωα για να παραδεχτεί κάποιες αλήθειες, οι οποίες όμως θα ήταν σωτήριες, μπροστά στην υποκρισία και τον απύθμενο λαϊκισμό. Όσοι ευνοήθηκαν από το σύστημα ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία, ασφαλώς δεν θέλουν να ακούσουν την αλήθεια. Τους βολεύει η αυταπάτη ή το προσωπικό συμφέρον ή και τα δύο μαζί!

1. Η Ελλάδα, προτεκτοράτο των εσωτερικών δυνάμεων;

«Είμαι 86 ετών. Έχω γράψει  40 βιβλία αλλά μόνο τώρα αρχίζω να καταλαβαίνω τις βαθιές παθογένειες της χώρας. Είναι θαύμα που επιβιώνει αυτό το κράτος»
                                                                                                     Ξενοφών Ζολώτας[1]

Το θαύμα ωστόσο στο οποίο προσέβλεπε ο ίδιος δεν επαληθεύθηκε. Η Ελλάδα χρεοκόπησε και το ομολογεί και ο ίδιος:
«Παιδί μου, είπε (προσφιλής προσφώνηση του Καθηγητή στους στενούς του συνεργάτες ανεξαρτήτως ηλικίας) δεν υπάρχει πλέον ενιαίο κράτος στην Ελλάδα. Το κράτος είναι κάτι σαν αδειανό πουκάμισο για τα μάτια του κόσμου.
Γνωρίζω από παλιά τον Ανδρέα και τον Μητσοτάκη και είναι καλοί άνθρωποι ως άτομα.[2] Αλλά με τα κόμματά τους έχουν γίνει άρπαγες του κράτους που το λαφυραγωγούν εναλλάξ. Έχουν φτιάξει δύο παράλληλους κομματικούς μηχανισμούς υποκαθιστώντας το επίσημο κράτος. Συγκρούονται αδυσώπητα αλλά ξέρουν ότι είναι μια ο ένας μια ο άλλος. Και κρατάνε τις κρίσιμες πληροφορίες μόνο για τον εαυτό τους.  Οι της ΝΔ δραματοποιούν τα στοιχεία προς το χειρότερο, γιατί θέλουν άμεσα εκλογές, οι του ΠΑΣΟΚ κάνουν το ακριβώς αντίθετο, γιατί δεν θέλουν τώρα εκλογές και είναι ικανοί μέσα στην αδιάφορη ανευθυνότητά τους να καταγγέλλουν ο ένας τον άλλο δημοσίως και να εκθέτουν τη χώρα διεθνώς.
Να το θυμάσαι αυτό ότι οι δύο σε πέντε, σε δέκα ίσως και λίγο περισσότερα χρόνια, θα χρεοκοπήσουν την Ελλάδα».[3]

Στην εκ βαθέων «εξομολόγησή του» αναφέρεται και στον Χαρίλαο Φλωράκη, λέγοντας: «Η τραγωδία είναι ότι αυτός που είναι ο πιο λογικός, αυτός που με στηρίζει περισσότερο στο Συμβούλιο Αρχηγών, είναι αυτός που έχουμε τις μεγαλύτερες διαφορές. Ο Χαρίλαος Φλωράκης. Ίσως επειδή έζησε την άγρια εποχή του εμφύλιου δείχνει την μεγαλύτερη ευαισθησία για την κρισιμότητα της κατάστασης. Αλλά και αυτός δεν μπορεί να τα πει δημοσίως. Τις προάλλες μου είπε: “Ξενοφώντα, αν σε στηρίξω δημοσίως θα με φάνε οι δικοί μου”.. Ίσως τελικά να μας σώσει η Ευρώπη με τις νέες Συνθήκες, αλλά με διαλυμένο και αρπακτικό κράτος η ιδιωτική οικονομία θα μείνει απροστάτευτη και θα καταστραφεί μέσα στον θυελλώδη ανταγωνισμό».
Η εξομολόγησή του είναι συγκλονιστική, αλλά το ερώτημα είναι: Ποιος της δίνει σημασία; Συνεχίζει αποκαλύπτοντας αυτό που θεωρεί το μεγαλύτερο κακό της κακοδαιμονίας που μας δέρνει: «Η Ελληνική Δημοκρατία που δημιουργήθηκε με τόσες προσδοκίες το 1974 πρέπει να βρει με άψογες δημοκρατικές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες ένα τρόπο να απελευθερώσει το Ελληνικό κράτος από την «αποκλειστική ιδιοκτησία» τους, προσπαθώντας επιτέλους να του δώσει δίκαιες «απρόσωπες» δομές σε κοινό κτήμα, έτσι ώστε κανένας να μην μπορεί να γίνει μόνιμα αποκλειστικός κυρίαρχος. Ένα σύγχρονο δημοκρατικό κράτος, στην καρδιά του, πρέπει να παραμένει πάντοτε ένας «κενός χώρος» με προσωρινή καθοδήγηση αυτών που επιλέγουν οι πολίτες. Χωρίς να είναι ιδιοκτησία κανενός. Αυτή είναι η μία και μόνη κεφαλαιώδης «Διαρθρωτική Αλλαγή» η  πιο σημαντική μεταρρύθμιση που πρέπει να γίνει και είναι πολύ πιο σημαντική από οποιαδήποτε εργαλειοθήκη του ΟΟΣΑ για τις επιμέρους αγορές ή την ασφαλιστική μεταρρύθμιση των ταμείων»».[4]
 Όντως προφητικά τα λόγια του για την σημερινή πραγματικότητα. Προφητικά βέβαια ήταν και τα λόγια του Ανδρέα Παπανδρέου (δάσκαλε που δίδασκες και νόμο δεν εκράτεις), όταν δήλωνε με απόλυτη βεβαιότητα, για την οικονομική κατάσταση της Ελλάδας, που ο ίδιος είχε δημιουργήσει, αλλά άφησε τον τόπο να βουλιάξει στην παρακμή και την χρεοκοπία σε όλα τα επίπεδα, ηθικά, πνευματικά, οικονομικά, κοινωνικά, πολιτικά: Είχε πει χαρακτηριστικά σε ανύποπτο χρόνο το περίφημο, που ήταν και μια αλγεινή αλήθεια: «Ή θα πρέπει να μειώσουμε δραστικά το δημόσιο χρέος ή διαφορετικά το δημόσιο χρέος θα αφανίσει την Ελλάδα».[5]  
Ισχύει στην περίπτωση αυτή βασικά αυτό που λέει ο στενός φίλος και συνεργάτης του Αδαμάντιος Πεπελάσης: «Ο Ανδρέας σε πολλές περιόδους της πρωθυπουργίας ή της πολιτικής του ζωής δεν ενδιαφερότανε. Δεν του καιγότανε καρφάκι. Ήτανε μέσα στη διαδικασία της καλοζωίας και της καλοπέρασης».[6]  Και συμπληρώνει: «Η ιστορία θα καταγράψει τελικά τη ζημιογόνο συμπεριφορά του. Γιατί μετά από τον Ανδρέα, με ιστορικούς υπολογισμούς, έρχεται αυτή εδώ η καταστροφή. Ο Ανδρέας ήταν αυτός που δημιούργησε τη βάση όσων τραβάμε σήμερα.[7]
«Έχω πει και παλιότερα ότι ο Ανδρέας Παπανδρέου είχε την ευκαιρία που δεν είχε ούτε ο Καποδίστριας, ούτε ο Τρικούπης, ούτε ο Βενιζέλος. Όταν πήρε την εξουσία το 1981, είχε μαζί του τον λαό, είχε ικανούς ανθρώπους να τον υποστηρίζουν, είχε την ανοχή της κοινωνίας, αλλά και χρήμα από τις Βρυξέλλες. Και επιπλέον είχαμε πιστέψει ότι το σπουδαίο μυαλό του ήταν το μέλλον της σκέψης για τον τόπο. Από αυτή την άποψη είναι τεράστια η ευθύνη του για το σημερινό κατάντημα. Τώρα πια με αφορμή τον Ανδρέα έχω καταλήξει στο συμπέρασμα ότι στην πολιτική δεν φτάνει η πρόθεση ούτε η αντίληψη. Θέλει και προσωπικό θάρρος».[8] Βέβαια αργά το κατάλαβε και ο ίδιος και στο τέλος της ζωής του για να μην ταυτιστεί με τον Ανδρέα, διαχωρίζει, λόγω υστεροφημίας, την θέση του.
Στη δήλωση αυτή θα προσέθετα και μια τοποθέτηση του Νίτσε, που χαρακτηρίζει τον Ανδρέα απόλυτα, Γράφει ο Νίτσε στο πολύκροτο έργο του Τάδε έφη Ζαρατούστρας: «Τα τρία πιο καταραμένα πράγματα στον κόσμο είναι η φιληδονία, η δίψα για εξουσία και ο εγωισμός».[9]

2. Η Ελλάδα προτεκτοράτο των εξωτερικών δυνάμεων;
«Σε όλες τις διεθνείς της σχέσεις, η Γερμανία, απ’ τις απαρχές της κι’ όλας, αργά και συστηματικά, έπαιζε πάντα το ρόλο του εισβολέα, του κατακτητή, πάντα πρόθυμη να επεκτείνει στο έδαφος των γειτόνων της τη δική της θεληματική υποδούλωση κι από τότε που εδραιώθηκε οριστικά σαν ενιαία δύναμη, έγινε μια απειλή, ένας κίνδυνος για την ελευθερία ολόκληρης της Ευρώπης. Η σημερινή Γερμανία δεν είναι άλλο παρά υποδούλωση, θριαμβευτική και κτηνώδης».[10]
                                                                                                                              Μιχαήλ Μπακούνιν
Γενικά, για να δούμε την πολιτική της Γερμανίας απέναντι στα άλλα κράτη και στην Ελλάδα ιδιαίτερα, θα αναφέρουμε, εκτός από την ετυμηγορία του  αναρχικού επαναστάτη Μιχαήλ Μπακούνιν,  και ορισμένα άλλα ιστορικά ντοκουμέντα, από τα πολλά που ήρθαν πρόσφατα στην επικαιρότητα, γιατί ο τραυματικός κατάλογος των ελληνο-γερμανικών σχέσεων είναι πολύ μεγάλος.
Μία παρεμφερής τοποθέτηση στο οικονομικό επίπεδο έγινε - και αξίζει να την αναφέρουμε, γιατί είναι επίκαιρη και εξηγεί πάλι «προφητικά» αυτά που βιώνουμε τώρα στην Ελλάδα, από τον Κομνηνό Πυρομάγλου, υπαρχηγό του ΕΔΕΣ κατά την κατοχή, σε ομιλία του στη Βουλή κατά τη συζήτηση του νόμου 4016/1959, που έδινε χάρη στον εγκληματία Μέρτεν και έλεγε τα εξής: «Η Γερμανία οσάκις χάνει έναν πόλεμον {...} υπόσχεται ότι δεν θα το επαναλάβει, και όμως αλλάζει εντελώς τακτικήν. Επανέρχεται με άλλους τρόπους και άλλα μέσα να κατακτήσει. {...}. Επανέρχεται στην Ελλάδα δια της οικονομικής διεισδύσεως. Οι Γερμανοί θα απομυζήσουν την Ελλάδα μέχρι διαλύσεως, όπως συνέβη και με το Καμερούν.  {...} Η Ελλάς δικαιούται αποζημιώσεων εκ των καταστροφών της Κατοχής. Εξ όλων αυτών τίποτε δεν έδωσεν ούτε θα δώσει {η Γερμανία}, απεναντίας έρχεται να εκμεταλλευτεί και πάλιν την Ελλάδα. Η οικονομική εξαθλίωσις είναι η χειρότερη κατοχή. Και συντόμως θα υποστώμεν εκ μέρους των ιδίων εγκληματιών πολέμου την χειροτέραν αυτήν κατοχήν».[11]  Όντως αποκαλυπτικά τα λόγια του για την σημερινή πραγματικότητα.
Δεν πρέπει να ξεχνούμε ακόμη ότι ο Χίτλερ στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο είχε διαμελίσει την Ελλάδα και την είχε παραχωρήσει στους Συμμάχους του. Την Μακεδονία και την Δυτική Θράκη στους Βούλγαρους, την Θεσσαλία στους Ιταλούς, κ.λπ, όπως αποκαλύπτουν τα ιστορικά ντοκουμέντα;[12]

Ο χάρτης παρουσιάζει ανάγλυφα το διαμελισμό της Ελλάδας από τους Ναζί του Τρίτου Ράιχ: Με μπλε χρώμα οι Ιταλοί, με κόκκινο οι Γερμανοί και με πράσινο οι Βούλγαροι.

Ο κατωτέρω χάρτης δείχνει τις επεκτατικές διεκδικήσεις των γειτόνων μας, που ενισχύονται από τους «άσπονδους φίλους και συμμάχους μας» ανάμεσα στους οποίους σημαντικό ρόλο παίζει και η σημερινή Γερμανία.


Στον χάρτη χαρτογραφούνται οι επεκτατικές βλέψεις των γειτόνων μας απέναντι στην εδαφική ακεραιότητα της πατρίδας μας: Με τις καφέ διαγραμμίσεις τα επεκτατικά σχέδια της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα και την Κύπρο. Με καφέ και πράσινες γραμμές, της Τουρκίας και Βουλγαρίας στην Δυτική Θράκη. Με κόκκινες και γκρι οι απαιτήσεις των Σκοπιανών και Αλβανών, όπου τέμνονται οι βλέψεις τους στην Δυτική Μακεδονία και τέλος οι μεγαλοϊδεατικές βλέψεις των Αλβανών στην Ήπειρο, αποτυπωμένες στον χάρτη με γκρι διαγραμμίσεις. Πρόσφατα οι Αλβανοί, εκμεταλλευόμενοι την εγκληματική αδράνεια των ελληνικών κυβερνήσεων απέναντι στα εθνικά θέματα, εγείρουν αξιώσεις και για την Κέρκυρα.
Τα ανωτέρω παραθέτω, για να καταδείξω ότι η Ελλάδα δεν έχει μόνο οικονομικά προβλήματα, αλλά και προβλήματα εθνικής ανεξαρτησίας και εδαφικής ακεραιότητας, που μέρα με την μέρα γίνονται όλο και πιο επικίνδυνα. Για τον λόγο αυτό ισχύει αυτό που κάποτε είπε πάλι ο Ανδρέας Γ. Παπανδρέου: «Στις χώρες που βρίσκονται στο περιθώριο του παγκόσμιου καπιταλισμού, η ντόπια μεγαλοαστική τάξη, υποτελής, δορυφορική και διαβρωμένη από το πολυεθνικό, μονοπωλιακό κεφάλαιο, όσες αντιδικίες κι αν έχει μαζί του, στα κρίσιμα θέματα θα μιλήσει με τη “φωνή του κυρίου” της. Γι’ αυτό οι εθνικοαπελευθερωτικοί αγώνες, που αποτελούν την ιστορική συγκεκριμενοποίηση της “πάλης των τάξεων” στην εποχή μας - στηρίζονται στους φορείς του Λαϊκού Κινήματος, αποτελώντας ταυτόχρονα τον αποφασιστικό πόλο συσπείρωσής του».[13] Ισχυρίζεται με αυτήν την έννοια ο Ανδρέας Παπανδρέου ότι ο αγώνας σε παγκόσμια πλαίσια είναι εθνικοαπελευθερωτικός, για την αποτίναξη της εξάρτησης από τον μητροπολιτικό καπιταλισμό, όπως π.χ. αυτός της Γερμανίας, και ταξικός σε εθνικά πλαίσια, για την αποτίναξη της εξάρτησης από το ντόπιο κεφάλαιο.
Αποκαλυπτική στο σημείο αυτό είναι η τοποθέτηση ενός Γερμανού φίλου κοινωνιολόγου, ο οποίος εξηγεί την πολιτική της Γερμανίας μετά το 1990:
«Μετά την κατάρρευση του ανατολικού μπλοκ, και την «κατάληψη» της Ανατολικής Γερμανίας από τη Δυτική, η Γερμανική Κυβέρνηση συμμετείχε ενεργά στην αποσταθεροποίηση των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης όπως η Ελλάδα. Αυτό αποδεικνύεται ιδιαίτερα από την περίπτωση της πρώην Γιουγκοσλαβίας, όπου η Γερμανία δεν εμπόδισε τις συγκρούσεις μεταξύ των Γιουγκοσλαβικών Δημοκρατιών, αλλά αντίθετα, τις υποστήριξε. Αντί της ειρήνης, με γερμανική μεσολάβηση, σκηνοθετήθηκε μια επιθετική πολιτική, με στόχο την ευρύτερη κυριαρχία  και επιρροή στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης. Η Γερμανία προλείανε το έδαφος για την επέμβαση των ΗΠΑ. 
Η Ελλάδα τότε αρνήθηκε να συμμετάσχει σε έναν πόλεμο εναντίον της Γιουγκοσλαβίας. Η έντιμη αυτή στάση φυσικά δεν άρεσε σε μια νέα Μεγάλη Γερμανία, η οποία ενδιαφερόταν για μια στρατιωτική επέμβαση .  Εάν και κατά πόσο θα το καταφέρουν εξαρτάται από την ταξική πάλη των χωρών που δέχονται αυτήν την πίεση».[14]
Αλλά και η μαρτυρία του Γερμανού συγγραφέα Andreas Wehr είναι αποκαλυπτική:
«Η διένεξη για την Ελλάδα, εκφράζει έναν ανελέητο αγώνα των ιμπεριαλιστικών Κρατών και αγορών, για ζώνες επιρροής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ισχυρές χώρες θέλουν να συντρίψουν ανίσχυρες».[15]  Κατά καιρούς ακούγονται από διάφορες επίσημες και ανεπίσημες πηγές γνώμες που τείνουν στην μετατροπή της Ελλάδας σε ένα γερμανικό προτεκτοράτο ή των διαμελισμό της με έναν πιο έξυπνο και ύπουλο τρόπο. Επίσημοι κυβερνητικοί κύκλοι μιλούν, δήθεν για να βοηθήσουν την Ελλάδα, για τη δημιουργία «ειδικών οικονομικών ζωνών», οι οποίες αντικειμενικά με την πάροδο του χρόνου θα ανεξαρτοποιούσαν τις ζώνες αυτές από τον εθνικό κορμό, εν όψη μάλιστα του γεγονότος ότι η δημιουργία με τον Καλλικράτη επαρχιών διευκολύνει μια τέτοια εξέλιξη. Σ’ αυτήν την πολιτική προστίθεται και η άλλη τακτική εξαγοράς των μαρτυρικών πόλεων και χωριών, αλλά και των άλλων δήμων μέσω του λεγόμενου «Ελληνογερμανικού Ταμείου» και του «Ιδρύματος Νεολαίας». Τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά και αγαθά, όπως ίσως φαίνονται για τους αφελείς, τους ανίδεους και τους Ανθέλληνες εντός και εκτός Ελλάδας.
Οι Γερμανοί έχουν σκοπό να την μεταβάλουν σε γερμανική αποικία με άλλα μέσα απ’ αυτά που εφάρμοσαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά με τα ίδια ή χειρότερα αποτελέσματα.
Μήπως όμως όλα αυτά είναι αποκυήματα φαντασίας;[16]

Είναι κανόνας απαράβατος, ότι κανείς δε σε σέβεται και σε υπολογίζει, όταν υποκύπτεις και όταν προσκυνάς ως ραγιάς. Βέβαια για όλα αυτά προϋπόθεση συνιστά η δική μας αξιοπρέπεια και η δική μας στάση, που θα είναι άψογη και δε θα τους δίνει δικαιώματα να μας κατηγορούν για διεφθαρμένους, ανίκανους κ.λπ. Γιατί σε τελευταία ανάλυση εμείς τους δίνουμε τις αφορμές και τις αιτίες να μας κατηγορούν με τα χειρότερα κοσμητικά επίθετα. Οι ξένοι κοιτάζουν τα δικά τους συμφέροντα, όπως κι εμείς θα πρέπει να κοιτάζουμε τα δικά μας. Μια τέτοια στάση προϋποθέτει επιπλέον ένα υψηλό πατριωτικό φρόνημα και όχι δουλοφροσύνη και υποταγή στην τρομοκρατία, γιατί η ιστορία έχει αποδείξει ότι το φρόνημα και η ανδρεία είναι αυτά που νικούν και εξασφαλίζουν την ελευθερία. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο Περικλής στον επιτάφιο τονίζει εμφαντικά: «το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον...» (ευδαιμονία θα πει ελευθερία και ελευθερία εξασφαλίζεται με την ανδρεία).[17]
Εν κατακλείδι δεν ενδιαφέρει τι λένε διάφοροι. Εκείνο που ισχύει αντικειμενικά και μπορεί να βάλει στέρεα θεμέλια αναστροφής όλης της παρακμιακής πορείας είναι ένα και μόνο: Αλλαγή νοοτροπίας και μόνο!


[1] Άρθρο του Περικλή Βασιλόπουλου, Δημοσιογράφος, Αντιπρόεδρος της Ένωσης Πολιτών για την ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ. Διατέλεσε Διευθυντής του Γραφείου Τύπου του Πρωθυπουργού στην Οικουμενική Κυβέρνηση Ζολώτα (1989-90), vxs 30. Αναρτήθηκε από Christian Haccuria στις 12/24/2014 01:22:00 μ.μ.Ετικέτες Ελλάδα
[2] Ο Ξενοφών Ζολώτας, στο τέλος της ζωής του, ως μειλίχιος και καλός άνθρωπος από χαρακτήρα, δεινός επιστήμονας, δεν ήθελε να εκφραστεί αρνητικά σε προσωπικό επίπεδο απέναντι στους δύο. Τους καταδίκασε ωστόσο πολιτικά, που είναι και το πιο σημαντικό, αναιρώντας και ο ίδιος την ετυμηγορία του για το «καλοί άνθρωποι». Πώς μπορεί να είναι κανείς καλός, αν χρεοκοπεί την χώρα του; Πάντως, αν ένας τέτοιος Έλληνας επιστήμονας από τους λίγους αξιόλογους που διέθετε η Ελλάδα και με τον δικό του αξιοζήλευτο χαρακτήρα, να καταλήξει στην ομολογία ότι στο τέλος της ζωής του κατάλαβε την παθογένεια της Ελλάδας, ας φανταστούμε τι έχουν καταλάβει οι επίλοιποι ΄Ελληνες, από τις αρχές της μεταπολίτευσης έως σήμερα. Με τους Έλληνες που δεν έγραψαν 40 βιβλία ή ένα ή κανένα;;;!!!.
[3] Περικλής Βασιλόπουλος, ό.π.
[4] Βλ. Μανώλης Γλέζος, Και ένα μάρκο να ήταν..., ό.π., σ. 129. Στη σελίδα αυτή αναφέρει ο Μανώλης Γλέζος απόσπασμα από την ομιλία του Κομνηνού Πυρομάγλου.
[5] Βλ. εφημ. «Ελευθεροτυπία», 23.6.2006. Ως πρωθυπουργός ωστόσο, κατάφερε να αυξήσει το δημόσιο χρέος από 31.2% του ΑΕΠ το 1980, στο αστρονομικό 80.7% του ΑΕΠ το 1990.
[6] Βλ. Αδαμάντιος Πεπελάσης, συνέντευξη στο περιοδικό «Μόνο», στις 2 Μαρτίου 2012. 
[7] Αυτή η κριτική - καταπέλτης του Πεπελάση, στενού φίλου του Ανδρέα Παπανδρέου, που έρχεται όψιμα, περιλαμβάνεται σε συνέντευξη, ποταμός, που παραχώρησε στο περιοδικό «Μόνο», ό.π. Αξίζει να την διαβάσει κανείς ολόκληρη, για να καταλάβει, συμπληρωματικά σε όλα όσα παραθέτω και καταγράφω, άγνωστες ακόμη πτυχές της παρακμιακής πορείας του τόπου μας και των πρωταιτίων αυτής της παρακμής πορείας.
[8] Συνέντευξή του στο περιοδικό «Μόνο», ό.π. Ο Πεπελάσης κάνει ένα ασυγχώρητο λάθος. Μιλάει για έλλειψη θάρρους από μέρους του Ανδρέα Παπανδρέου, για να δικαιολογήσει τη στάση του. Είναι παντελώς λανθασμένη η αντίληψη αυτή. Πρόκειται για συνειδητή πολιτική του Ανδρέα Παπανδρέου και όχι για έλλειψη θάρρους, που ταυτίζεται με την εγωπαθή ιδιοσυγκρασία του. Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, Ο μύθος του Ανδρέα....,ό.π.
[9] Βλ. Φρίντριχ Νίτσε, Τάδε έφη Ζαρατούστρας, εκδ. Αθήνα 1983, σ. 210.210. Βλ. και Δαμιανός Βασιλειάδης, Ο μύθος του Ανδρέα, ή οι θεωρητικές βάσεις της Ένωσης Κέντρου, του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η πρακτική τους κατάληξη., εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 2007. Στο έργο μου αυτό ερμηνεύω λεπτομερώς το χαρακτήρα του Ανδρέα Παπανδρέου και τα καταστροφικά για την Ελλάδα αποτελέσματα, που ήταν απόρροια αυτού του χαρακτήρα.
[10] Αυτό το απόσπασμα προέρχεται από ένα ανολοκλήρωτο έργο του Μ. Μπακούνιν με τίτλο: "Η κνουτογερμανική αυτοκρατορία". Γράφτηκε τα έτη 1870 -72 και περιλήφθηκε στο έργο του Μιχαήλ Μπακούνιν Θεός και κράτος, εκδ. "Ελεύθερος τύπος", Ε'  έκδοση, Ιούλιος 1986. Θα πρέπει όμως πάντοτε να προσθέσουμε ότι η οποιαδήποτε γενίκευση, που περιλαμβάνει τους πάντες, είτε είναι υπεύθυνοι είτε ανεύθυνοι για κάποια εγκλήματα, δεν αποτελεί αντικειμενική και επιστημονική ερμηνεία φαινομένων. Κάθε φορά πρέπει να εξειδικεύονται οι ευθύνες εκείνων που τους αφορούν και να αποκαλύπτονται πίσω από τα φαινόμενα οι πραγματικοί ένοχοι και να γίνεται επίσης ιεράρχηση ευθυνών. Να αποδίδεται, «Τα του καίσαρος τω καίσαρι και τα του θεού τω θεώ». 
[11] Βλ. Μανώλης Γλέζος, Και ένα μάρκο να ήταν..., ό.π., σ. 129. Στη σελίδα αυτή αναφέρει ο Μανώλης Γλέζος απόσπασμα από την ομιλία του Κομνηνού Πυρομάγλου.
[12] Βλ. Μανώλης Γλέζος, Εθνική Αντίσταση 1940 1945, τόμ. Α΄, εκδ. «Στοχαστής», Αθήνα, 2006,σ. 247.
[13] Βλ. Δαμιανός Βασιλειάδης, O Μύθος του Ανδρέα ή οι θεωρητικές βάσεις της Ένωσης Κέντρου, του ΠΑΚ και του ΠΑΣΟΚ και η πρακτική τους κατάληξη, εκδ. «Εναλλακτικές εκδόσεις», Αθήνα 2007, σ. 71.
[14] Απόψεις του Γερμανού κοινωνιολόγου Όλαφ Μέρκεντορφ (ψευδώνυμο), που η αλήθεια τους αποδεικνύεται καθημερινά από την πολιτική της Γερμανίας, απέναντι στα κράτη της Νότιας και Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
[15] Andreas Wehr, συγγραφέας, αρθογράφος, Συνεργάτης της Ομοσπονδίας των Ενωμένων Αριστερών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Απόσπασμα από το άρθρο του: «Τιμωρείστε την Ελλάδα».
 [16] Για του λόγου το αληθές οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να ανατρέξουν στην ανάλυσή μου γύρω από το τραυματικό πρόβλημα των γερμανικών αποζημιώσεων και την τύχη του. Λεπτομερής ανάλυση της στάσης της Γερμανίας στο θέμα αυτό στο ιστολόγιό μου: www.damonpontos.gr, στο φάκελο: «Γερμανικές αποζημιώσεις» και στο ιστολόγιο του Εθνικού Συμβουλίου: www.holocaust.gr, καθώς και στην Μαύρη Βίβλο, έκδοση του «Εθνικού Συμβουλίου διεκδίκησης των οφειλών της Γερμανίας προς την Ελλάδα».
[17] Θουκυδίδου, Ιστορία, Β΄ (42-43).

Δευτέρα 29 Δεκεμβρίου 2014

Χ. Γιανναράς- O χρόνος και η ελευθερία

Posted: 28 Dec 2014 11:39 AM PST
Τ​​ελευταία Kυριακή του δέκατου τέταρτου χρόνου της τρίτης μετά Xριστόν χιλιετίας. Kαι όπως όρισε με ρεαλισμό ο Aριστοτέλης, «γερνάνε όλα με τον χρόνο, δεν φέρνει νιάτα ούτε ομορφιά ο χρόνος, είναι μόνο αίτιος φθοράς».
Tα νιάτα ελπίζουν, οι ώριμοι μελαγχολούν σε κάθε συμβατική μέτρηση του χρόνου. Oχι οπωσδήποτε επειδή η ηλικία μετράει την απόσταση από τον θάνατο. Aυτός, έτσι κι αλλιώς καιροφυλαχτεί για όλους στην κάθε στιγμή –«μόλις γεννιέται ο άνθρωπος, είναι και ώριμος να πεθάνει». Σε άλλες εποχές ο πολιτισμός (ο κοινός τρόπος του βίου) είχε άξονα την εναργή συνείδηση της θνητότητας, τη «μνήμη θανάτου». Γιατί; Eπειδή γεννάει πλούτο ζωής η ανάληψη της ευθύνης του χρόνου, ευθύνης για την ψηλάφηση «νοήματος» (αιτίας και σκοπού) της ύπαρξης και του θανάτου. Σήμερα ο κοινός τρόπος ή πολιτισμός είναι μια πανικόβλητη (και αφελέστατη) προτροπάδην φυγή από το πρόβλημα: ο Iστορικός Yλισμός, αυτάρεσκος παλιμβαρβαρισμός, αφελέστατος στον πρωτογονισμό του.
H ανάληψη ευθύνης απέναντι στη βραχύτητα του βίου και στην εγγύτητα του θανάτου, ίσως να σημαίνει τη μόνη δυνατότητα ελευθερίας από τον θάνατο. O θάνατος είναι αναπότρεπτη συνέπεια του «αιτιατού» χαρακτήρα της ύπαρξής μας. Δεν είμαστε οι αίτιοι της ύπαρξής μας, δεν επιλέξαμε να υπάρχουμε, η αιτία που υπάρχουμε είναι «αλλού»: έξω από τη δική μας βούληση και ενεργητική δυνατότητα. Oμως η διαχείριση της (ερήμην μας) δεδομένης ύπαρξής μας είναι πεδίο της δικής μας του καθενός ευθύνης, της δικής μας ελευθερίας.
Στη βοσκηματώδη «λογική» του Iστορικού Yλισμού (λογική –για να μην ξεχνιόμαστε– του κ. Σαμαρά, του κ. Tσίπρα και λοιπών δημίων μας) η ελευθερία ορίζεται ως δυνατότητα ανεμπόδιστων ατομικών επιλογών: Eικόνα της ιστορικο-υλιστικής ελευθερίας είναι το σούπερ μάρκετ και προϋπόθεσή της η εξασφαλισμένη καταναλωτική ευχέρεια. H ελευθερία εκλαμβάνεται σαν ατομικό «δικαίωμα» δοτό – μας παραχωρείται με νόμους («αναγκαστούς κατά πάντων»). Γι’ αυτό και επιδέχεται διεκδίκηση αυτή η ελευθερία: με πορείες, καταλήψεις, βανδαλισμούς, απεργίες «κοινωνικού κόστους» (κατ’ ευφημισμόν, με «λαϊκούς αγώνες»).
Δεν υποψιάζεται ο Iστορικός Yλισμός, μαρξιστικός και καπιταλιστικός, μιαν άλλη εκδοχή της ελευθερίας, που αφορά στην ύπαρξη και όχι στη νομικά ρυθμιζόμενη συμπεριφορά –στοχεύει να ελευθερώσει από τον θάνατο, όχι να ψευτοπαρηγορήσει τη θνητότητα. Δεν είναι κενολογία να συζητάμε για ελευθερία από τον θάνατο; H μακραίωνη εμμονή των ανθρώπων σε αυτόν τον προβληματισμό δεν μοιάζει νηπιώδης. O θάνατος είναι δεδομένη αναγκαιότητα, όπως και η χρονικότητα και η φθορά. O άνθρωπος έχει επίγνωση-συνείδηση της υπαρκτικής αναγκαιότητας, αλλά και συνείδηση του ενδεχομένου υπαρκτικής ελευθερίας.
Oσο υπήρχαν Eλληνες, έμοιαζε πρωταρχική και αυτονόητη γι’ αυτούς η αναζήτηση της υπαρκτικής (όχι απλώς συμπεριφορικής) ελευθερίας: Nα ελευθερωθεί ο άνθρωπος από τις αναγκαιότητες που διέπουν την ύπαρξή του: άλογες ενστικτώδεις ενορμήσεις, απαιτήσεις ατομοκεντρικής κατασφάλισης και αυθυπαρξίας. Γι’ αυτό και λογάριαζαν οι Eλληνες πάντοτε ως άθλημα ελευθερίας τη σχέση, όχι τη χρήση, τη σχέση, όχι τη σύμβαση – άθλημα ελευθερίας ήταν το κατόρθωμα να συγκροτείται «πόλις», να λειτουργεί «βίος πολιτικός», να ταυτίζεται το αληθεύειν με το κοινωνείν.
O Iστορικός Yλισμός (κ. Σαμαράς, κ. Tσίπρας και λοιποί δήμιοι του βίου μας – για να μην ξεχνιόμαστε) καταλαβαίνει ως πρόβλημα μόνο την εφήμερη και οπωσδήποτε ατελέσφορη συντήρηση της ύπαρξης, την ύπαρξη ως χρονικότητα, τον χρόνο ως συνάρτηση του θανάτου, τον θάνατο ως κατεξοχήν αναγκαιότητα που διέπει την αιτιατή φαινομενικότητα. Oμως, δίχως τα ματογυάλια του Iστορικού Yλισμού, εμπειρικά πιστοποιούμε ότι ο άνθρωπος, σε αντίθεση προς τα άλογα υπαρκτά, υπάρχει και γνωρίζεται ως σχέση, όχι ως φύση. Γνωρίζουμε τον κάθε άνθρωπο, όχι όταν απλώς πιστοποιούμε το άτομο: μιαν αδιαφοροποίητη μονάδα της ανθρώπινης φυσικής ομοείδειας (μονάδα που διαφοροποιείται μόνο αριθμητικά – σαν αριθμός Δελτίου Tαυτότητας, Φορολογικού Mητρώου κ.τ.ό.). Γνωρίζουμε τον κάθε άνθρωπο ως ενεργούμενη ετερότητα: ύπαρξη μοναδική, ανόμοια, ανεπανάληπτη – ετερότητα όχι απλώς μορφική, αλλά ενεργούμενη, δηλαδή συνεχώς πραγματούμενη στην έκφραση (βλέμμα, χαμόγελο, χειρονομία, τόνος φωνής, κίνηση σώματος), όπως και στην ετερότητα σκέψης, κρίσης, φαντασίας, ποιητικής (δημιουργικής) ενέργειας.
Tην ενεργούμενη ετερότητα-μοναδικότητα κάθε ανθρώπου τη γνωρίζουμε οι άνθρωποι χάρη σε ένα επίσης ενέργημα μετοχής-μέθεξης στη γιγνόμενη ετερότητα του άλλου. Oσες βιογραφίες του Mότσαρτ ή του Bαν Γκογκ κι αν διαβάσω, μόνο με πληροφορούν για την ιστορική τους ύπαρξη, οι πληροφορίες δεν μου «γνωρίζουν» την υπαρκτική τους μοναδικότητα. Aυτή την ανακαλύπτω μόνο ενεργά: μετέχοντας στα ενεργήματά τους – στη μουσική του Mότσαρτ, στη ζωγραφική του Bαν Γκογκ.
Oνομάζουμε σχέση την ενεργητική μετοχή-μέθεξη στην ενεργούμενη ετερότητα του άλλου. Kαι η γνώση που προσπορίζει η σχέση είναι συνάρτηση της ελευθερίας που κατορθώνουμε από τις ορμέμφυτες αναγκαιότητες επιβολής στον άλλον, χρήσης του άλλου. H ελευθερία έχει τη δυναμική της ολοκληρίας που ποτέ δεν ολοκληρώνεται, της τελείωσης που ποτέ δεν τελειούται. Στη σχέση η ελευθερία από τον εγωκεντρισμό ξεκινάει από την ανιδιοτέλεια, περνάει στην αυταπάρνηση, κορυφώνεται στην ερωτική αυτοπροσφορά. Kαι αυτοί οι «επαναβασμοί» αντιστοιχούν και σε πρόοδο στη γνώση: η «ολοκληρούμενη και ουδέποτε περατούμενη» πληρότητα της γνώσης είναι ο έρωτας.

Mέχρις εδώ μπορούν ίσως κάτι να καταλαβαίνουν και οι εγκλωβισμένοι στον πρωτογονισμό του Iστορικού Yλισμού. Oμως το πώς η ελευθερία από τις υπαρκτικές αναγκαιότητες της φύσης μπορεί να πραγματώνει την ύπαρξη στην ερωτική δυναμική της σχέσης, ελεύθερη και από τον θάνατο, είναι άλλο, δύσκολο μάθημα. Aλλο να κατανοείς και άλλο να γνωρίζεις την ελευθερία.

Ανδρέας Γιαννουλόπουλος- Η Κρήτη δείχνει ξανά το δρόμο της απελευθέρωσης.

Η Κρήτη δείχνει ξανά το δρόμο της απελευθέρωσης.

Ποιοι είναι επί της ουσίας περισσότερο φονικοί, στυγνοί, ξεδιάντροποι, ύπουλοι, άλλα συνάμα επικίνδυνοι εγκληματίες;
Είναι εκείνοι που επιχειρούν να συσκοτίζουν το νου, ιδιαίτερα των ανυποψίαστων νέων, προκειμένου να συγκαλύπτουν και εγκλήματα και ανοσιουργήματα που συντελέσθηκαν στο παρελθόν και συνεχίζουν να πραγματοποιούνται, απρόκλητα, ανερυθρίαστα, για άλλη μια φορά ακόμα και σήμερα στην Πατρίδα μας.
Τα νέα όπλα τους, δεν είναι η αεροπορία η τα τανκς, είναι ο μύθος, η πειθώ, οι οργανωμένες απειλές και η ψυχολογική βια. Είναι η πειθώ με τον ψευδή και άδικο λόγο, για να διαβουκολούν και να χειραγωγούν την κοινή γνώμη, παραχαράζοντας, παρερμηνεύοντας και παραποιώντας την ιστορική μας μνήμη, ρίχνοντας τόνους βρώμικης γνώσης και πληροφορίας. Σπέρνουν πνευματικές τοξίνες και φονικούς ιούς και νάρκες στα σχολεία μας και στα Πανεπιστήμια μας προκλητικά και αναίσχυντα, προκείμενου να καθυποτάξουν το λαό μας να δεχτεί τη νέα Γερμανική κατοχή για να δολοφονούν και να ληστεύουν ξανά τον πλούτο των νοικοκυριών μας χωρίς αντίσταση.
Η εμπροσθοφυλακή των Γερμανικών βαρβαρικών φύλων με επικεφαλής τον Γερμανό Ρίχτερ, που θέλει να λέγεται και καθηγητής που τον έφτιαξαν και τον εκπαίδευσαν στις Γερμανικές σχολές της χειραγώγησης και της γκεμπελικής προπαγάνδας έφτασε και αποβιβάστηκε στο πνευματικό μας φρούριο. Στο Πανεπιστήμιο του Ρεθύμνου. Αποβιβάστηκε με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο σχέδιο και στόχο που χρησιμοποίησαν στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ο ομοϊδεάτης του οικονομικός δολοφόνος Γιούγκερ που έτυχε τιμητικής υποδοχής από ομάδα σκοταδιστών καθηγητών του περιβάλλοντος του Πρύτανη Πελεγρίνη.
Εδώ στο Ρέθυμνο τον υποδέχτηκαν και τον υποδέχονται οι συνεργάτες του και ομοϊδεάτες του συνάδελφοι του για να τον τιμήσουν. Τον δέχονται και τον αναγνωρίζουν ως ισότιμο, αλλά κυρίως ως πνευματικό ηγέτη και διαπρεπή Ιστορικό που στη διατριβή του ισχυρίζεται, ότι η ηρωική αντίσταση της Κρήτης εναντίον των Γερμανών βαρβάρων κατακτητών, ήταν άδικη, βρώμικη και εγκληματική.
Η νέα Γερμανική λοιπόν απόβαση στην Κρήτη, ξεκίνησε. O "καθηγητής" Ρίχτερ με την αμέριστη συμπαράσταση και συνεργασία ντόπιων συνεργατών του στο Πανεπιστήμιο του Ρεθύμνου, πάτησε ξανά το χώμα της Κρήτης το οποίοι έχει ποτιστεί με αίμα και δάκρυα, από τα φονικά όπλα των Γερμανών εγκληματιών πολέμου το 1941.
Το προκλητικό αυτό κι ανθρωπόμορφο ον που θέλει να λέγεται καθηγητής και εραστής της ιστορίας, του πνεύματος και του δικαίου, τον προπηλάκισαν οι γενναίοι Κρητικοί, του προσάπτουν δικαίως τον τίτλο του ανεπιθύμητου, τον τίτλο του εγκληματία κατά της ανθρωπότητας, που επιχειρεί εν ψυχρώ την συγκάλυψη των θηριωδιών και των ληστειών και των ομαδικών εκτελέσεων των ομοφύλων του.
Του διαμήνυσαν περίτρανα ότι η Ιστορική μας μνήμη, το ταμείο δηλαδή της παιδείας μας, δεν είναι άδειο, δεν έχει πτωχεύσει.
Δεν έχει δηλαδή πεθάνει η μητέρα της μνήμης μας που 'ναι η μνημοσύνη, η μητέρα των Μουσών και της γνώσης. Οι ιστορικές μνήμες ιδιαίτερα στην Κρήτη, άλλα και στα Καλάβρυτα και το Δίστομο και στις 90 και πλέον μαρτυρικές πόλεις, είναι ολοζώντανες. Έχοντας λοιπόν μνήμη και γνώση οι άξιοι αγωνιστές της Κρήτης, έδωσαν την λεβέντικη απάντηση στο Ρίχτερ και στους ομοϊδεάτες συνεργάτες, τους καθηγητές στο Ρέθυμνο.
Οι Δίκαιες, περήφανες και περίφαντες πράξεις, ενέργειες, θέσεις κι απαντήσεις των συναγωνιστών μας στην Κρήτη, που ματαίωσαν με τα τραγούδια τους και με την αποφασιστικότητα τους, την ανακήρυξη "ως πνευματικού ηγέτη" ενός νεοναζί μας κάνουν εθνικά υπερήφανους, μας δίνουν δύναμη ν' αποτινάξουμε την Νέα Γερμανική κατοχή που τείνει να επικρατήσει στη χώρα μας και στην Ευρώπη.
Οι Έλληνες όπως αποδεικνύεται ιστορικά - κι όχι μόνο με την μάχη της Κρήτης, που άφησε άφωνη όλη την ανθρωπότητα -, διεξήγαγαν πάντα αμυντικούς πολέμους.
Όμως, όταν οι επίμονοι εχθροί του Έθνους μας το παράκαναν, όπως οι Πέρσες και καλή ώρα οι Γερμανοί, τότε η Ελλάδα γέννησε κι γεννά Μεγαλέξανδρους, όχι για να σφάξουν και να λεηλατήσουν - όπως οι παραχαράκτες της Ιστορίας ισχυρίζονται για τον Αλέξανδρο -, άλλα για να εκπολιτίσουν και να συνετίσουν την ανθρωπότητα, να ξεφύγει επιτέλους από τη βαρβαρότητα και να εξανθρωπιστεί ξανά.
Το Πανεπιστημονικό Μέτωπο της χώρας και του απόδημου Ελληνισμού που έχω την τιμή να εκπροσωπώ σε έκτακτη γενική συνέλευση που πραγματοποίησε μετά από τα ντροπιαστικά γεγονότα της Πρυτανείας στο Ρέθυμνο, αποφάσισε:
1) Να εκτιμηθεί το βάθος, το πλάτος, το μέγεθος και ο στόχος της επιχειρούμενης συσκότισης και παραποίησης της Ιστορίας που ελλοχεύει μέσα στα βιβλία του εν λόγω "πνευματικού μεσαιωνικού σκοταδιστή Ρίχτερ".
2) Να καταδειχθούν όλοι οι συνεργάτες του καθηγητές στο Πανεπιστήμιο του Ρεθύμνου, που τον υποδέχτηκαν και τον αποδέχτηκαν ως μέγα δάσκαλο της Ιστορίας
3) Να συγκληθεί Γενική συνέλευση των καθηγητών στο Πανεπιστήμιο, με την συμμετοχή των φοιτητών και των πολιτών της Κρήτης, για να εξετάσουν και να αποφασίσουν:
α) Την διεξαγωγή ΕΔΕ για τον Πρύτανη και όσων συνεργάστηκαν και συμφώνησαν ν αναγορευθεί ο Ρίχτερ επίτιμος καθηγητής.
β) Να εξετασθούν τα κίνητρα και ο στόχος εκείνων που παρουσίασαν το βιβλίο του στο Ηράκλειο στις 6/6/2011.
γ) Να τιμηθούν σε ιδιαίτερη τελετή στην πόλη του Ρεθύμνου, οι αγωνιστές της Κρήτης, που ματαίωσαν την ανακήρυξη ως καθηγητού τον Ρίχτερ.
4) Να πραγματοποιηθεί ημερίδα, που θα καλυφθεί με ομιλητές του Πανεπιστημονικού Μετώπου, του Εθνικού συμβουλίου για τις Γερμανικές αποζημιώσεις και καθηγητές του Πανεπιστημίου Ρεθύμνου, όπου θ' αποκαλυφθεί όλο το σχέδιο της υποταγής και της κατοχής, που επιχειρείται μέσω της παραποίησης της Ιστορίας από τους Γερμανούς ξανά.
5) Να τεθεί σε ψηφοφορία αν πρέπει να συνεχίζει να ισχύει ακόμα, ο νόμος, 4016/1959 που ψηφίστηκε από την κυβέρνηση της ΕΡΕ (Καραμανλή), με τον οποίο αναστέλλονταν η δίωξη των Ναζί, εγκληματιών πολέμου. Είναι νόμος που ίσχυσε και ισχύει μόνο στη χώρα μας και πουθενά αλλού στον κόσμο.
6) Να τεθεί σε ψηφοφορία αν πρέπει, να ισχύει ο νόμος 2023/1952 ακόμα, όπου η νικήτρια χώρα μας, γονυπετής, συνήψε μονομερή Ειρήνη, με την ηττηθείσα Γερμανία που αρνείται πεισματικά ακόμα και τώρα να υπογράψει συνθήκη ειρήνης με τη χώρα μας .
7) Να τεθεί σε ψηφοφορία αν θα πρέπει να συνεχίζει ν αρνείται η Γερμανία, να πληρώσει τις Γερμανικές αποζημιώσεις, τις αρχαιοκαπηλίες, τις θηριωδίες και τις καταστροφές, που επέφερε, απρόκλητα στην πατρίδα μας.
8) Να τεθεί σε ψηφοφορία, να πάρει πίσω η κυβέρνηση Σαμαρά - Παπούλια, την συμφωνία που υπέγραψε με τους Γερμανούς κατακτητές, για την ίδρυση “Γερμανοελληνικού ταμείου για την επεξεργασία του παρελθόντος”.
Παράλληλα, ν αποφασισθεί στην Κρήτη, οι φιλόλογοι στα σχολεία από σήμερα, ν' αρχίσουν να διδάσκουν στα παιδιά, την αληθινή Ιστορία της Κρήτης και όχι αυτή που ο Ρίχτερ και ο Στεργίου ευαγγελίζονται αλλά να αναδειχθούν όλα τα εγκλήματα των Γερμανών που αρχίζουν από την εποχή του Αλάριχου (Γερμανός Βησιγότθος) μέχρι και σήμερα.
Η ανάδειξη της αλήθειας και η απόδοσις του δίκαιου δηλαδή οι Γερμανοί να πληρώσουν άμεσα το κατοχικό δάνειο και όλες τις αποζημιώσεις για τις καταστροφές και την ερήμωση που προκάλεσαν στην πατρίδα μας, θα φέρει την Ειρήνη, τη συμφιλίωση και την απρόσκοπτη συνεργασία των δύο λαών.
Τελειώνοντας πρέπει να γνωστοποιήσουμε σε άτομα του τύπου και της μορφής Ρίχτερ και Στεργίου ότι η μνήμη μας που επιχειρούν να την αμαυρώσουν και να την αφανίσουν είναι και φωτεινή και ενεργή και ολοζώντανη. Προπαντός όμως μας γαλουχεί και μας διδάσκει, μας νουθετεί, μας προστατεύει νύχτα και ημέρα και γι αυτό μας φέρνει στο νου μας και στη συνέχεια στη γλώσσα μας τα σοφά λόγια των δασκάλων μας. Τα λόγια των καθηγητών Στεφανίδη, Αγγελόπουλου, Ζολώτα, του Κομνηνού Πυρομάγλου στη Βουλή του 1959 – 1962, που μας προειδοποίησαν για την νέου τύπου Γερμανική κατοχή, που σχεδίαζαν οι Γερμανοί τότε για μας σήμερα. Επίσης την απάντηση του ίδιου του αντικαγγελάριου το 1945 στην ερώτηση ελβετίδας δημοσιογράφου που ομολογούσε τα νέα σχέδια των Γερμανών και ότι περίπου το 2000 - 2010 ο Γκέμπελς θα σηκωθεί από τον τάφο του και θ' αναφωνήσει ΝΙΚΗΣΑΜΕ. Τα λόγια του Ελύτη το 1979 που μας προειδοποιούσε με σαφήνεια λέγοντας: “Μα ήδη σας το χω πει. Αυτό που βλέπω να 'ρχεται είναι η βαρβαρότητα μεταμφιεσμένη όμως κάτω από άνομες συμφωνίες και συναλλαγές και προσυμφωνημένες υποδουλώσεις, όπως του τύπου Στεργίου και του τύπου Ρίχτερ (καλή ώρα με τα πολύχρωμα φουλάρια του). Δεν θα είναι όμως αυτή τη φορά οι φούρνοι του Χίτλερ του προγόνου του Ρίχτερ, θα είναι κάτι πολύ χειρότερο".
Θα είναι μια οιονεί επιστημονική καθυπόταξη με ένα καλά οργανωμένο σχέδιο που θα αλώσει την παιδεία μας, την ιστορία μας και προπαντός θα θολώσει την μνήμη των νέων μας για να μην έχουν καμία προστασία καμία κρίση, χωρίς Ερμή, χωρίς ειρμό και νουν Αθηνάς. Έτσι θα είναι έρμαια και απροστάτευτοι στον δικό τους απόλυτο έλεγχο. Θα τους κυβερνάνε και θα τους ελέγχουν χωρίς να είναι σε θέση οι νέοι μας να προβάλλουν καμία αντίσταση, όταν θα βιάζεται η τιμή και η υπόληψη τους. Όταν θα ληστεύουν τον πλούτο μας και όταν θα μας επιβάλουν αργό και βασανιστικό θάνατο όπως σήμερα.
Ο σημερινός πόλεμος έχει πιο φονικά όπλα από εκείνα που εξόντωναν τους Έλληνες στους προηγούμενους πολέμους. Όπλα που σκορπίζουν την αρρώστια και τον θάνατο χωρίς ήχους πολυβόλων, χωρίς τους ήχους των αεροπλάνων και των τανκς. Είναι δηλαδή τα μνημόνια, η τοκογλυφία, η χιτλερική προπαγάνδα, οι εγκύκλιοι και οι πράξεις νομοθετικού περιεχομένου που είναι φωτοαντίγραφα των διαταγμάτων του Χίτλερ καταργώντας το υπάρχον σύνταγμα και κάθε ίχνος δικαίου.
Είχαν ετοιμαστεί στο Ρέθυμνο να του φορέσουν την τήβεννο του φιλειρηνικού προβάτου για να εισβάλλει ως γνήσιος απόγονος των Ούννων και του Αλάριχου τιμητικά στα πανεπιστημιακά έδρανα της Κρήτης. Έτσι ανενόχλητος θα ρουφάει την ιστορική μας μνήμη και την ιστορική αλήθεια από τους ανυποψίαστους νέους μας. Θα τη μετατρέπει με άνεση σε δύσοσμα, τοξικά, βλαβερά και επικίνδυνα προϊόντα στον πεπτικό του σωλήνα, μολύνοντας και ρυπαίνοντας την πνευματική ατμόσφαιρα της λεβεντογέννας Κρήτης.
Η επιχείρηση αποδοχής και εγκατάστασης του Ρίχτερ είναι καθαρή απόπειρα συγκάλυψης εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, που διαπράχτηκαν μέχρι τώρα από τα γερμανικά βαρβαρικά φύλα στη χώρα μας και εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας που διαπράττονται σήμερα στην πατρίδα μας με χιλιάδες αυτοκτονίες και νοσηρότητα του πληθυσμού χωρίς τρόφιμα, χωρίς γιατρούς, χωρίς φάρμακα ένεκα του νέου πολέμου που είναι γερμανικής κυρίως έμπνευσης και σχεδιασμού. Απόπειρα επίσης συγκάλυψης των παλαιών γενοκτονιών αλλά κυρίως της σημερινής γενοκτονίας που βρίσκεται σε εξέλιξη.
Άτομα σαν τον Ρίχτερ και Στεργίου που προσποιούνται τους καλούς, καγαθούς και σεβάσμιους καθηγητές, ενώ δεν είναι, είναι στοιχεία διαβρωτικά, νοθευτικά και επικίνδυνα. Όμως με ένα προσεκτικό και τέλειο βλέμμα του δικού μας Καζαντζάκη αποκαλύπτεται αβίαστα το αποτρόπαιο πρόσωπό τους πίσω από τη γλυκύτατη μάσκα τους.
Είναι δηλαδή βάρβαροι, πνευματικοί κατακτητές και βιαστές της ιστορίας, που φιλοδοξούν και στοχεύουν να κυριαρχήσουν πρώτα στο νου και μετά να ελέγχουν το σώμα μας δηλαδή να ληστεύουν τον πλούτο της εργασίας μας και το σώμα μας να είναι μόνο αγορά για τα προϊόντα των εταιριών τους.
Είναι δηλαδή ράτσα μιαρή, είναι δόλιοι και κόλακες. Υποκριτές στις σχέσεις τους και στη φιλία. Ξένοι στο δίκαιο και θαρραλέο λόγο. Ξεσκονιστήρια των πλούσιων αφεντικών τους, αλαζόνες όμως με τους απλούς και έντιμους πολίτες. Ψυχικά κατακάθια. Ψεύτικοι και αδύναμοι σε κάθε δημόσια παρουσία ή εκδήλωση της ζωής τους. Ζουν με τις εντολές και το γνέψιμο των πλούσιων αφεντικών τους. Από επιλογή είναι δούλοι και όχι ελεύθεροι.
Εμείς μόνο οίκτο και περιφρόνηση μπορούμε να νοιώθουμε γι' αυτούς.

Μ' εκτίμηση
Ανδρέας Γιαννουλόπουλος
Καρδιολόγος - Πνευμονολόγος
Επικεφαλής του Πανεπιστημονικού Μετώπου της Χώρας και του Απόδημου Ελληνισμού


Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2014

Παναγιώτη Κονδύλη- Παρασιτικός κοινωνικός καταναλωτισμός


Εισαγωγικό σημείωμα του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα

«Η εργατική τάξη ενδιαφέρεται μόνο για την κατανάλωση και όχι για επενδύσεις στον εκσυγχρονισμό της οικονομίας»
                                                                                          Ανδρέας Γ. Παπανδρέου

Κατωτέρω παρατίθεται μια ανάλυση του μεγάλου Έλληνα διανοητή, φιλοσόφου, ιστορικού, κοινωνιολόγου και λογοτέχνη - γλωσσοπλάστη Παναγιώτη Κονδύλη, που περιγράφει την φρυκτή παρακμιακή αξιακή μετάλλαξη του Έλληνα, αιτία όλων των δεινών του. Πάντως είναι ένας ακριβής καθρέφτης της ελληνικής κοινωνίας, που υπήρξε πριν την κρίση, στην οποία αναφέρεται. Μήπως όμως συνεχίζεται και τώρα με άλλη μορφή; α.
Η παθογένεια του πολιτικού συστήματος και της κοινωνίας. Επίκαιρο όσο ποτέ!
Ένα προφητικό κείμενο του στοχαστή Παναγιώτη Κονδύλη για τις αιτίες της ελληνικής παρακμής και για όσα συμβαίνουν στις μέρες μας (γραμμένο το 1992!)
Ο Παναγιώτης Κονδύλης δεν θέλει μόνο να καταγράψει μια κατάσταση, αλλά να μας οδηγήσει και στην λύση, που προτείνει έμμεσα και είναι άλλη απ’ αυτήν που καθιέρωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου με το παρασιτικό καταναλωτικό μοντέλο, που μας οδήγησε στην ανθρωπιστική κρίση.
Σκληρές αλήθειες, είν’ αλήθεια, αλλ’ είν’ αλήθεια ότι είναι σωτήριες, αν αξιοποιηθούν κατάλληλα στα πλαίσια ενός νέου διαφωτισμού.

Παρασιτικός κοινωνικός καταναλωτισμός
Του Παναγιώτη Κονδύλη

Η σημερινή Ελλάδα αποτελεί ακριβώς περίπτωση φθίνοντος έθνους, το οποίο εκλαμβάνει τις έμμονες μυθολογικές του ιδέες για τον εαυτό του ως ρεαλιστική αυτεπίγνωση . Δεν είναι διόλου περίεργο ότι η ψυχολογική αυτή κατάσταση συχνότατα παρουσιάζει συμπτώματα παθολογικού αυτισμού, γιατί το απαραίτητο υπόβαθρο και πλαίσιο της υγιούς αυτεπίγνωσης είναι η γνώση του ευρύτερου περιβάλλοντος κόσμου, μέσα στον οποίο καλείται να δράσει ένα ατομικό ή συλλογικό υποκείμενο, αποτιμώντας κατά το δυνατόν νηφάλια τις δυνατότητες του και υποκαθιστώντας τη νοσηρά εγωκεντρική αρχή της ηδονής με τη φυσιολογικά εγωκεντρική αρχή της πραγματικότητας. Όπως οι κατώτεροι ζωικοί οργανισμοί, έτσι και οι σημερινοί Έλληνες αντιδρούν με έντονες αντανακλαστικές κινήσεις μονάχα σ’ ό,τι τους ερεθίζει άμεσα και ειδικά· Oι δηλώσεις κάποιου «φιλέλληνα» στη Χαβάη ή κάποιου «μισέλληνα» στη Γροιλανδία (κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για τα όσα παρεμφερή μαθαίνει κανείς από τις Βρυξέλλες ή την Ουάσιγκτον) ευφραίνουν ή εξάπτουν, αναλόγως, τα πνεύματα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα απασχολούν τα ουσιώδη, αν και συχνά αφανή, μεγέθη της πολιτικής και της οικονομίας.
Επίσης ελάχιστοι φαίνεται να ενδιαφέρονται για τα πολιτικά συμπαρομαρτούντα των διαγραφόμενων οικολογικών στενωπών ή για τις προσεχείς συνέπειες της μετανάστευσης των λαών σε μια χώρα τόσο ευπαθή οικολογικά και τόσο έκθετη γεωγραφικά όσο η Ελλάδα. Όμως η έλλειψη, και μάλιστα η άρνηση, της αυτεπίγνωσης δεν φαίνεται μόνον έμμεσα στη στενότητα της πολιτικής κοσμοεικόνας, από την οποία συνήθως αφορμώνται οι συζητήσεις πάνω στην εθνική πολιτική. Φαίνεται και άμεσα, στον τρόπο διεξαγωγής αυτών των συζητήσεων. Στο επίκεντρό τους βρίσκονται δηλ. περισσότερο ή λιγότερο θεμελιωμένες σκέψεις και γνώμες για το ποιά τροπή θα πάρει αυτή ή εκείνη η συγκεκριμένη εξέλιξη και για το αν αυτή ή εκείνη η ενέργεια ενδείκνυται ή όχι, πράγμα πού συχνότατα οδηγεί στη γνωστή και προσφιλή πολιτικολογία και τραπεζορητορεία. Δεν θίγεται όμως ο ακρογωνιαίος λίθος κάθε πολιτικής προβληματικής: ποιά είναι η ταυτότητα και η οντότητα του πολιτικού υποκειμένου, για τις πράξεις, τις παραλείψεις και το μέλλον του οποίου γίνεται λόγος; Πιο συγκεκριμένα: ποιά είναι η σημερινή φυσιογνωμία της Ελλάδας και τι προκύπτει απ’ αυτήν ως προς την ικανότητά της να ασκήσει εθνική πολιτική μέσα στις σημερινές πλανητικές συνθήκες; Η εσωτερική αποσύνθεση, την οποία κανείς αφήνει να προχωρήσει όσο δεν φαίνεται ν’ αντιμετωπίζει άμεσο κίνδυνο, του στερεί τα απαιτούμενα μέσα και περιθώρια ελιγμών όταν η ανάγκη σφίγγει.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι μόλις εμφανισθεί στο διεθνές προσκήνιο η Ελλάδα (ολόκληρη Ελλάδα!) και υψώσει τη φωνή για τα δίκαιά της, η κοινωνία των εθνών θα αφήσει τις δικές της έγνοιες και θα ενδιαφερθεί για τα ελληνικά αιτήματα, περίπου αποσβολωμένη από την ηθική λάμψη τους. Η προβολή της εξ ορισμού ανώτερης ηθικής διάστασης φαίνεται να απαλλάσσει από τους ταπεινούς μόχθους και τους παραζαλιστικούς λαβυρίνθους της συγκεκριμένης πολιτικής, φαίνεται δηλ. ότι αρκεί να έχει κανείς το δίκαιο με το μέρος του για να έχει κάνει σχεδόν τα πάντα, όσα εξαρτώνται απ’ αυτόν. Στον υπόλοιπο κόσμο εναπόκειται να αντιληφθεί το ελληνικό δίκαιο και να πράξει ανάλογα. Η ελληνική πλευρά συχνότατα θεώρησε και θεωρεί ως αδιανόητο ότι οι άλλοι μπορούν να έχουν (ειλικρινά ή όχι) διαφορετική αντίληψη για το τι είναι δίκαιο· επίσης δυσκολευόταν και δυσκολεύεται να συμφιλιωθεί με τη σκέψη ότι οι άλλοι δεν παίρνουν πάντα τοις μετρητοίς τους ισχυρισμούς της κι ότι χρησιμοποιούν και άλλες πηγές πληροφοριών ή ακούνε και άλλες απόψεις. Εκείνο όμως πού προ παντός αρνείται να κατανοήσει σε μόνιμη βάση η ελληνική πλευρά, καθώς έχει αυτοπαγιδευθεί στις υπεραναπληρώσεις των ηθικολογικών άλλοθι, είναι ότι κάθε ισχυρισμός και κάθε διεκδίκηση μετρούν μόνο τόσο, όσο και η εθνική οντότητα πού στέκει πίσω τους.

Όποιος λ.χ. μονίμως επαιτεί δάνεια και επιδοτήσεις για να χρηματοδοτήσει την οκνηρία και την οργανωτική του ανικανότητα δεν μπορεί να περιμένει ότι θα εντυπωσιάσει ποτέ κανέναν με τα υπόλοιπα «δίκαιά» του. Ούτε μπορεί κανείς να περιμένει ότι θα ληφθεί ποτέ σοβαρά υπ’ όψιν μέσα στο διεθνές πολιτικό παιγνίδι, αν δεν έχει κατανοήσει, και αν δεν συμπεριφέρεται έχοντας κατανοήσει, ότι, πίσω και πέρα από τις μη δεσμευτικές διακηρύξεις αρχών ή τις αόριστες φιλοφρονήσεις, τις φιλίες ή τις έχθρες τις δημιουργεί και τις παγιώνει η σύμπτωση ή η απόκλιση των συμφερόντων. Όμως στη βάση αυτή μπορεί να κινηθεί μόνον όποιος έχει την υλική δυνατότητα να προσφέρει τόσα, όσα ζητά ως αντάλλαγμα. Με άλλα λόγια: οι κινήσεις στο πολιτικό-διπλωματικό πεδίο αποδίδουν όχι ανάλογα με το «δίκαιο», το οποίο άλλωστε η κάθε πλευρά ορίζει για λογαριασμό της, αλλά ανάλογα με το ιστορικό και κοινωνικό βάρος των αντίστοιχων συλλογικών υποκειμένων, το οποίο όλοι αποτιμούν κατά μέσον όρο παρόμοια, όπως γίνεται και με τα εμπορεύματα στην αγορά. Επί πλέον καμιά προστασία και καμιά συμμαχία δεν κατασφαλίζει τελειωτικά όποιον βρίσκεται μαζί της σε σχέση μονομερούς εξάρτησης. Η αξία μιας συμμαχίας για μιαν ορισμένη πλευρά καθορίζεται από το ειδικό βάρος της πλευράς αυτής μέσα στο πλαίσιο της συμμαχίας. Ισχυροί σύμμαχοι είναι άχρηστοι σ’ όποιον δεν διαθέτει ό ίδιος σεβαστό ειδικό βάρος, εφ’ όσον ανάλογα με τούτο εδώ αυξομειώνεται το ενδιαφέρον των ισχυρών. Ίσως να θεωρεί κανείς «απάνθρωπα» και λυπηρά αυτά τα δεδομένα. Aν όμως ασκεί εθνική πολιτική αγνοώντας τα, αργά ή γρήγορα θα βρεθεί σε μια κατάσταση όπου τη λύπη για την ηθική κατάπτωση των άλλων θα τη διαδεχθεί ο θρήνος για τις δικές του συμφορές.

Η παρατήρηση αυτή μας φέρνει στη δεύτερη από τις δύο μεγάλες φάσεις της εθνικής συρρίκνωσης του ελληνισμού σ’ αυτόν τον αιώνα. Αν η πρώτη είχε κυρίως γεωπολιτικό χαρακτήρα, η δεύτερη, πού άρχισε μετά τη σχετική ολοκλήρωση της πρώτης, χαρακτηρίζεται από τα συμπτώματα και τα συμπαρομαρτούντα ενός παρασιτικού καταναλωτισμού αδιάφορου για τις μακροπρόθεσμες εθνικές του επιπτώσεις, ιδιαίτερα σ’ ό,τι αφορά την ανεξαρτησία της χώρας και την αυτοτέλεια των εθνικών της αποφάσεων. Τον καταναλωτισμό αυτόν δεν τον ονομάζουμε παρασιτικό για να τον υποβιβάσουμε ηθικά, αντιπαρατάσσοντάς του «ανώτερα» και «πνευματικά» ιδεώδη ζωής, όπως κάνουν διάφοροι διανοούμενοι. Θα ήταν εξωπραγματικό και ανόητο να θέλει να αποκόψει κανείς τον ελληνικό λαό στο σύνολό του από τις νέες δυνατότητες της παραγωγής και της τεχνολογίας — και επί πλέον θα ήταν και επικίνδυνο, γιατί μια τέτοια αποκοπή θα συμβάδιζε με μια γενικότερη οικονομική και στρατιωτική καθυστέρηση. Ό όρος «παρασιτικός καταναλωτισμός» χρησιμοποιείται εδώ στην κυριολεξία του για να δηλώσει ότι η σημερινή Ελλάδα, όντας ανίκανη να παραγάγει η ίδια όσα καταναλώνει και μην έχοντας αρκετή αυτοσυγκράτηση — και αξιοπρέπεια — ώστε να μην καταναλώνει περισσότερα απ’ όσα μπορεί να παραγάγει η ίδια, προκειμένου να καταναλώσει παρασιτεί, και μάλιστα σε διπλή κατεύθυνση: παρασιτεί στο εσωτερικό, που υποθηκεύει τους πόρους του μέλλοντος μετατρέποντάς τους σε τρέχοντα τοκοχρεολύσια, και παρασιτεί προς τα έξω, που έχει επίσης δανεισθεί υπέρογκα ποσά όχι για να κάνει επενδύσεις μελλοντικά καρποφόρες, αλλά κυρίως για να πληρώσει με αυτά τεράστιες ποσότητες καταναλωτικών αγαθών, τις οποίες και πάλι εισήγαγε από το εξωτερικό. Η εξέλιξη αυτή συντελέσθηκε στο πλαίσιο της μεταπολεμικής προοδευτικής διαπλοκής των διεθνών οικονομικών διαδικασιών γενικά και των ευρωπαϊκών οικονομιών ειδικότερα, ωστόσο θα ήταν λάθος να τη θεωρήσουμε ως ειμαρμένη πού ενέσκηψε πάνω σε μιαν αδύνατη κι ανυπεράσπιστη Ελλάδα, αιχμαλωτισμένη ανέκκλητα στα δίχτυα του «διεθνούς κεφαλαίου». Τέτοιες φαινομενικά περισπούδαστες εξηγήσεις προσφέρουν όσοι οχυρώνονται πίσω από την αγοραία «αριστερή» και «φιλολαϊκή» ρητορική, αρνούμενοι να αναμετρήσουν το μέγεθος των δικών τους ευθυνών, το βάθος των συντελεστών της σημερινής εθνικής κρίσης και την οδυνηρότητα των πιθανών διεξόδων απ’ αυτήν.

Οι πρωταρχικοί λόγοι, πού έθεσαν σε κίνηση τη διαδικασία της εθνικής εκποίησης και της συναφούς πολιτικής αποδυνάμωσης της Ελλάδας σε διεθνές επίπεδο, είναι ενδογενείς και ανάγονται στη λειτουργία του πολιτικού της συστήματος και στη συμπεριφορά όλων των υποκειμενικών του παραγόντων. Με άλλα λόγια: το ελληνικό κοινωνικό και πολιτικό σώμα στο σύνολο του επωφελήθηκε από τη μεταπολεμική πρωτοφανή ανάπτυξη της διεθνούς οικονομίας και άντλησε βραχυπρόθεσμα ωφελήματα απ’ αυτή με αντάλλαγμα τον μακροπρόθεσμο υποβιβασμό της Ελλάδας στην κλίμακα του διεθνούς καταμερισμού της εργασίας και συνάμα τη γενική εθνική της υποβάθμιση. Αυτό έγινε με τη μορφή ενός σιωπηρού, αλλά διαρκούς και κατά μέγα μέρος συνειδητού και επαίσχυντου κοινωνικού συμβολαίου, στο πλαίσιο του οποίου η εκάστοτε πολιτική ηγεσία — «δεξιά», «φιλελεύθερη» ή «σοσιαλιστική», κοινοβουλευτική ή δικτατορική: στο κρίσιμο τούτο σημείο οι αποκλίσεις υπήρξαν ελάχιστες — ανέλαβε τη λειτουργία να ενισχύει γρήγορα και παρασιτικά τις καταναλωτικές δυνατότητες του «λαού» με αντίτιμο την πολιτική του εύνοια ή ανοχή, ήτοι τη διαχείριση της πολιτικής εξουσίας και την κάρπωση των συναφών κοινωνικών και υλικών προνομίων . Βεβαίως, η συναλλαγή αυτή χαρακτήριζε τον ελληνικό κοινοβουλευτισμό από τα γεννοφάσκια του, όμως η πρωτοφανής μεταπολεμική διεθνής οικονομική συγκυρία της προσέδωσε δυνατότητες επίσης πρωτοφανείς: προς άγρα και συγκράτηση της εκλογικής πελατείας μπορούσαν τώρα να προσφερθούν όχι απλώς ανιαρές κρατικές θέσεις, αλλά επί πλέον πολύχρωμες μάζες καταναλωτικών αγαθών και πλήθος δελεαστικών καταναλωτικών δυνατοτήτων. Ενώ όμως η πρώτη προσφορά συνεπαγόταν κυρίως την εκποίηση του κρατικού μηχανισμού και των κρατικών πόρων στην εσωτερική αγορά, η δεύτερη — και πιο πλουσιοπάροχη — απέληγε με εσωτερική αναγκαιότητα στο ξεπούλημα ολόκληρου τού έθνους στη διεθνή αγορά. Αυτό το ξεπούλημα άρχισε με τα μεγάλα, αντίδρομα και ταυτοχρόνως συμπληρωματικά, κύματα της μετανάστευσης και του τουρισμού, για να κορυφωθεί, αλλάζοντας αισθητά όψη και συναισθηματική επένδυση, στην αγορά αυστριακών μπισκότων για σκύλους και στην οργάνωση τριήμερων ταξιδιών στο Λονδίνο για ψώνια, κατασταλάζοντας ενδιαμέσως παχυλές επιδοτήσεις μιας περιττής αγροτικής παραγωγής και την περαιτέρω διόγκωση μιας ημιπαράλυτης δημοσιοϋπαλληλίας. Ποτέ άλλοτε το κράτος και το έθνος δεν βρέθηκαν, χάρη στην απλόχερη μεσολάβηση του «πολιτικού κόσμου», σε τόσο αγαστή σύμπνοια με τον χαρτοπαίχτη της επαρχίας και με το τσόκαρο των Αθηνών.

Ο παρασιτικός καταναλωτισμός, όπως τον ορίσαμε παραπάνω, προκάλεσε μια τέτοια διασπάθιση πόρων, ιδιαίτερα στη δεκαετία του 1980 , ώστε η στενότητα των πόρων θα ακολουθεί στο εξής, και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, την ελληνική εθνική πολιτική σαν βαριά σκιά.
Οι σημερινές, και οι αναπόδραστες αυριανές, προσπάθειες του «πολιτικού κόσμου» για τη λύση αυτού του πιεστικού προβλήματος δεν αποτελούν διαρθρωτική του αντιμετώπιση, παρά κατά βάθος αποσκοπούν στη δημιουργία συνθηκών πρόσκαιρης ανακούφισης πού θα επιτρέψουν ξανά την ανακύκλωση του προηγούμενου φαύλου παιγνιδιού μεταξύ κομμάτων και ψηφοφόρων.
Είναι περιττό να εξηγήσουμε ποιές μακροπρόθεσμες συνέπειες έχει η υφιστάμενη σήμερα στενότητα των πόρων για το μέλλον τού έθνους, δηλ. για την οικονομική ανταγωνιστικότητα του, για την παιδεία του και για την άμυνα του. Εξ αιτίας της στενότητας τούτης η Ελλάδα ξεκινά τον αγώνα δρόμου στην αρχόμενη πολυτάραχη φάση της πλανητικής πολιτικής με ένα επί πλέον σημαντικότατο μειονέκτημα. Η οικονομική της υποπλασία, η οποία χρηματοδοτήθηκε και εξωραΐσθηκε καταναλωτικά με την εκτεταμένη απώλεια της οικονομικής της ανεξαρτησίας, θα περιορίσει πολύ τα περιθώρια των πολιτικών της επιλογών και δραστηριοτήτων, προ παντός όταν θα συγκρουσθούν οι δικές της θέσεις με εκείνες των Ευρωπαίων και άλλων χρηματοδοτών της. Για τη σύγκρουση αυτή, η οποία, δεν αποκλείεται κάποτε να πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, θα πούμε μερικά πράγματα αμέσως παρακάτω. Πάντως την πορεία και την έκβασή της τις προδιαγράφει η σημερινή εικόνα της Ελλάδας στον διεθνή, και προ παντός στον κοινοτικό ευρωπαϊκό χώρο. Θα πρέπει κανείς, όπως συμβαίνει κατά κανόνα στη μακάρια ελληνική επικράτεια, να αγνοεί τον χώρο αυτόν ή να έχει πάθει αθεράπευτη εθνικιστική τύφλωση και κώφωση για να μη γνωρίζει ότι στα μάτια των εταίρων της η Ελλάδα είναι σήμερα ένας ανεπιθύμητος παρείσακτος, ένας αναξιοπρεπής επαίτης, ο οποίος ζητά δισεκατομμύρια δολάρια κάθε χρόνο προκειμένου να καταναλώνει πολύ περισσότερα απ’ όσα του επιτρέπουν οι παραγωγικές του δυνατότητες και η παραγωγικότητα της εργασίας του, και ο οποίος επί πλέον, για να διασφαλίσει την παρασιτική του ευημερία, δεν διστάζει να ελίσσεται και να εξαπατά, ενώ ο επαρχιωτισμός και ο ενίοτε παιδικός εγωκεντρισμός του δεν του επέτρεψαν ποτέ να διατυπώσει κάποια ουσιώδη σκέψη ή πρόταση γενικού ευρωπαϊκού ή διεθνούς ενδιαφέροντος. Δεν έχει σημασία αν την εικόνα τούτη τη συμμερίζονται όλοι ανεξαιρέτως και αν ευσταθούν όλες της οι λεπτομέρειες ! Bαρύνουσα πολιτική σημασία έχει η γενική της διάδοση και προ παντός η γενική συμφωνία της με τα πραγματικά δεδομένα. Εδώ ήδη φαίνεται καθαρότατα η βαθειά εσωτερική σχέση ανάμεσα στην πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και στις τύχες της χώρας μέσα στην κοινωνία των εθνών.

Οι απωθητικοί και αντισταθμιστικοί μηχανισμοί, με τη βοήθεια των οποίων η πολυδαίδαλη και πολυμήχανη νεοελληνική ψυχή παρακάμπτει τους εξευτελισμούς χωρίς ποτέ να τους υπερνικήσει κατά μέτωπο, είναι παλαιοί, δοκιμασμένοι και γνωστοί. Επειδή ο επαίτης κατάγεται, γεωγραφικά τουλάχιστον, από τον τόπο του Περικλή, πιστεύει ο ίδιος ότι δικαιούται να εμφανίζεται με χλαμύδα, τη λευκότητα της οποίας τίποτε, ούτε καν κατάφωρες παραχαράξεις και καταχρήσεις, δεν θα μπορούσε να σπιλώσει . Παράλληλα, οι περιοδικές πατριωτικές εξάρσεις ή αψιθυμίες, από διάφορες αφορμές, επιτρέπουν την ψυχολογικά βολική υπερκάλυψη της εθνικά ολέθριας συλλογικής πρακτικής από το υψιπετές εθνικό φρόνημα, της κοντόθωρης ευδαιμονιστής δραστηριότητας από το μετέωρο παραλήρημα. Επίσης καθιστούν δυνατή την ψευδαίσθηση της ομοψυχίας όταν οι ατομικές βλέψεις και οι προσωπικές επιδιώξεις στην πραγματικότητα αποκλίνουν τόσο, ώστε είναι πια δυσχερέστατο να συντονισθούν με καθοριστικό άξονα τις επιταγές μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής. Η κραυγαλέα επίδειξη ομοψυχίας υποκαθιστά έτσι την ύπαρξη πρακτικά δεσμευτικής και αποδοτικής ομογνωμίας πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα και συγκεκριμένες λύσεις . Έτσι, ό,τι θα έπρεπε ν’ αποτελεί ψυχολογικό θεμέλιο για την άσκηση εθνικής πολιτικής μετατρέπεται σε ψυχολογικό άλλοθι για τη ματαίωση των προϋπο­θέσεών της, καθώς η διαρκής πατριωτική μέθη εμποδίζει μόνιμα τους ευτυχείς φορείς της να αποκρυσταλλώσουν τη ρητορική εθελοθυσία τους σε κοινές πραγματιστικές πολιτικές αποφάσεις, ήτοι σε μία κατανομή ευθυνών, εργασιών, προσφορών και απολαβών μέσα σ’ ένα μακρόχρονο και δεσμευτικό πρόγραμμα εθνικής επιβίωσης. Όσο περισσότερο η συζήτηση μετατοπίζεται προς την κατεύθυνση τέτοιων αποφάσεων, τόσο γρηγορότερα η μέθη ξεθυμαίνει για να επικρατήσει και πάλι η ατομική ή «κλαδική» λογική του παρασιτικού καταναλωτισμού. Ως συνδετικός ιστός και ως κοινός παρονομαστής απομένει έτσι μία γαλανόλευκος πομφόλυξ.

Το γεγονός, το οποίο περιπλέκει αφάνταστα τη σημερινή ελληνική κατάσταση, κάνοντάς τη να φαίνεται κατ’ αρχήν αδιέξοδη , είναι ότι η υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού ειδικότερα και του κοινωνικού και ιστορικού παρασιτισμού γενικότερα, η εκλογίκευση της οικονομίας και της εθνικής προσπάθειας στο σύνολο της, δεν προσκρούουν απλώς στα οργανωμένα συμφέροντα μιας μειοψηφίας, η οποία στο κάτω-κάτω θα μπορούσε να παραμερισθεί με οποιαδήποτε μέσα και προ παντός με τη συμπαράσταση της μεγάλης πλειοψηφίας. Τα πράγματα είναι ακριβώς αντίστροφα. Για να ακριβολογήσουμε, βέβαια, πρέπει να προσθέσουμε ότι σε σχέση με τη σύγχρονη Ελλάδα η έννοια του παρασιτισμού μόνον οξύμωρα μπορεί να χρησιμοποιηθεί: γιατί εδώ δεν πρόκειται για έναν λίγο-πολύ υγιή εθνικό κορμό, ο οποίος έχει αρκετές περισσές ικμάδες ώστε να τρέφει και μερικά παράσιτα ποσοτικώς αμελητέα, παρά για ένα πλαδαρό σώμα πού παρασιτεί ως σύνολο εις βάρος ολόκληρου του εαυτού του, ήτοι τρώει τις σάρκες του και συχνότατα και τα περιττώματα του. Οι κοινωνικές και ατομικές συμπεριφορές, πού ευδοκιμούν μοιραία σε τέτοιο μικροβιολογικό περιβάλλον, συμφυρόμενες με ζωτικότατα κατάλοιπα αιώνων ραγιαδισμού, βαλκανικού πατριαρχισμού και πελατειακού κοινοβουλευτισμού, αποτελούν την άκρα αντίθεση και τον κύριο φραγμό προς κάθε σύλληψη και λύση των προβλημάτων της εθνικής επιβίωσης πάνω σε βάση μακροπρόθεσμης και οργανωμένης συλλογικής προσπάθειας. Η σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού στο σύνολο του δεν νοείται ωστόσο εδώ με τη στενή σημασία των διαφόρων ηθικολόγων, παρά πρωταρχικά ως μέγεθος πολιτικό: έγκειται στην επίμονη και ιδιοτελή παραγνώριση της αδήριτης σχέσης πού υφίσταται ανάμεσα σε απόδοση και απόλαυση, και κατ’ επέκταση στην αδιαφορία απέναντι στην υπονόμευση. Η συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού όλων των κοινωνικών στρωμάτων έχει εν τω μεταξύ συνυφάνει, κατά τρόπους κλασσικά απλούς ή απείρως ευρηματικούς, την ύπαρξη και τις απασχολήσεις της με τη νοοτροπία και με την πρακτική του παρασιτικού καταναλωτισμού και του κοινωνικού παρασιτισμού του εθνικού μέλλοντος εξ αιτίας απολαύσεων μη καλυπτομένων από αντίστοιχη απόδοση.
Ως ελαφρυντικό πρέπει ίσως να θεωρήσει κανείς ότι οι πλείστοι Έλληνες δεν γνωρίζουν καν τι σημαίνει «απόδοση» με τη σύγχρονη έννοια και συχνά πιστεύουν ότι αποδίδουν μόνο και μόνο επειδή ιδροκοπούν, φωνασκούν και τρέχουν από το πρωί ως το βράδυ. Όμως αυτό ελάχιστα μεταβάλλει το πρακτικό αποτέλεσμα. Η δυσαρμονία απόλαυσης και απόδοσης ήταν ανεκτή όσο η απόλαυση ήταν γλίσχρα και όσο η απόδοση δεν μετριόταν πάντα με τα μέτρα των προηγμένων ανταγωνιστικών οικονομιών. Αλλά στις τελευταίες δεκαετίες μεταστράφηκαν και οι δύο αυτοί όροι: τα οικονομικά σύνορα έπεσαν, τουλάχιστον σ’ ό,τι άφορα το μέτρο της απόδοσης, εφ’ όσον δεν είναι δυνατό να αποτιμώνται με άλλο μέτρο απόδοσης τα (συνεχώς αυξανόμενα) εισαγόμενα και με άλλο τα εξαγόμενα, κι επομένως όποιος θέλει να εισαγάγει χωρίς να ξεπουληθεί πρέπει να εξαγάγει ίση απόδοση. Oι αντιλήψεις για το τι σημαίνει απόλαυση προσανατολίσθηκαν, πάλι, μαζικά στα πρότυπα των προηγμένων καταναλωτικών κοινωνιών, έτσι ώστε η απόσταση απ’ αυτά να γίνεται από τους πλείστους αισθητή ως στέρηση. Έτσι η διάσταση ανάμεσα σε απόλαυση και απόδοση έγινε εκρηκτική, με αποτέλεσμα τον τελευταίο καιρό να ξαναγίνουν επίκαιρες ορισμένες στοιχειώδεις οικονομικές αλήθειες πού η Ελλάδα νόμιζε ότι τις είχε ξεπεράσει με την απλή μέθοδο του δανεισμού. Με δεδομένες όμως τις νοοτροπίες και τις συμπεριφορές πού επισημάναμε παραπάνω, οι αλήθειες αυτές δεν επενέργησαν ως καταλύτης παραγωγικών ενεργειών, παρά μάλλον ως καταλύτης αντεγκλήσεων, η στειρότητα των οποίων επέτεινε τη συλλογική αμηχανία και αβουλία. Πράγματι, για όποιον δεν είναι εξ επαγγέλματος και ιδιοτελώς υποχρεωμένος (λ.χ. ως πολιτικός) να τρέφει και να διαδίδει ψευδαισθήσεις, είναι προφανές ότι η χώρα βυθίζεται στον κοινωνικό λήθαργο και στη συλλογική απραξία, ήτοι η κοινωνική πράξη έχει υποκατασταθεί από αντανακλαστικές κινήσεις: το νευρόσπαστο κινείται κι αυτό, όμως δεν πράττει .
Η αίσθηση της αποσύνθεσης είναι γενική και δεσπόζει σε όλες τις συζητήσεις, ενώ η εξ ίσου διάχυτη δυσφορία εκτονώνεται όλο και ευκολότερα, όλο και συχνότερα σε προκλητική επιθετικότητα και σε επιδεικτική χυδαιότητα.
Η σημερινή κατάσταση του «πολιτικού κόσμου» δεν απέχει ουσιαστικά από τη γενική κατάσταση του περιούσιου λαού και αποτελεί επίσης ισχυρότατο εμπόδιο για την εκλογίκευση της εθνικής πολιτικής. Αν ο «πολιτικός κόσμος» κάποτε εμφανίζεται χειρότερος από τον «λαό», ενώ είναι απλώς ίδιος, ο λόγος είναι ότι ο «λαός» ή όσοι μιλούν εκάστοτε στο όνομά του έχουν ένα τακτικό πλεονέκτημα απέναντι στον «πολιτικό κόσμο»: Mπορούν να τον αποκαλούν ανίκανο η διεφθαρμένο χωρίς να φοβούνται δυσάρεστες συνέπειες — απεναντίας μάλιστα, αποκτούν πολύτιμους και εξαργυρώσιμους τίτλους δημοσίων κηνσόρων. Αλίμονο όμως σ’ έναν κοινοβουλευτικό πολιτικό, αν τολμήσει να αποκαλέσει τον δήμο ηλίθιο ή ιδιοτελή κι αδιάφορο για το εθνικό μέλλον! H σταδιοδρομία του σε μεγάλο βαθμό εξαρτάται από την ικανότητά του να εγκωμιάζει τις μεγάλες ψυχικές αρετές και την ευθυκρισία ή τουλάχιστον το αλάνθαστο ένστικτο «του λαού μας».

Ωστόσο δεν έχουμε ενδείξεις για να υποθέσουμε ότι πολλοί Έλληνες πολιτικοί στις ημέρες μας αντιμετωπίζουν το δίλημμα της επιλογής μεταξύ παρρησίας και σταδιοδρομίας. Είναι οι ίδιοι, στη μέγιστη πλειοψηφία τους, τόσο ζυμωμένοι με τις διάφορες (όχι αναγκαία τις ίδιες πάντοτε) εκφάνσεις εκείνου πού συνιστά τη σημερινή ψυχοπνευματική εξαθλίωση του ελληνικού λαού, ώστε δεν χρειάζεται καν να κρύψουν μία περιφρόνηση, την οποία δεν έχουν αρκετό επίπεδο για να αισθανθούν μάλλον θαυμάζοντας τον λαό θαυμάζουν τον εαυτό τους ως ηγέτη του και μάλλον δείχνοντας κατανόηση προς τους άλλους επαιτούν επιείκεια γι’ αυτούς τους ίδιους.
Μεταξύ τους έχει άλλωστε εμπεδωθεί, αν όχι η ξεκάθαρη συνείδηση, πάντως η πρακτική του ότι αποτελούν κι αυτοί, όπως και όλες οι άλλες κοινωνικές ομάδες, κλάδο με ειδικά συμφέροντα, με μόνη τη διαφορά ότι ο κλάδος αυτός εξυπηρετεί τα ειδικά του συμφέροντα διαχειριζόμενος ή εκποιώντας τα γενικά συμφέροντα προς όφελος πολυπληθέστατων τρίτων . Η ακραία και oλεθριότερη περίπτωση αυτής της πρακτικής ήταν η ένταξη της χώρας στον δρόμο του παρασιτικού καταναλωτισμού και η εκσυγχρονισμένη εμπέδωση του κοινωνικού παρασιτισμού με αντάλλαγμα την εύνοια «του λαού», ήτοι τη νομή της εξουσίας. Ένας τέτοιος «πολιτικός κόσμος» δεν θα είναι ποτέ ικανός ως σύνολο να θέσει και να λύσει το πρόβλημα της εθνικής πολιτικής και της εθνικής επιβίωσης παρά μόνον ευκαιριακά και φραστικά. Είναι ο ίδιος όχι μόνο προαγωγός, αλλά και προϊόν του κοινωνικού παρασιτισμού , ανήμπορος ως εκ της φύσεώς του να αντιταχθεί στον «λαό», όταν ο «λαός» απαιτεί την εκποίηση του έθνους για να καταναλώσει περισσότερα και να εργασθεί λιγότερο. Πέρα απ’ αυτό, είναι ανίκανος να κάνει κάτι τι διαφορετικό απ’ ό,τι κάνει λόγω του επιπέδου και του ποιού του. Ότι ο σημερινός ελληνικός «πολιτικός κόσμος», κοινοβουλευτικός και εξωκοινοβουλευτικός, αποτελείται ως επί το πολύ από πρόσωπα ελαφρά έως φαιδρά, δεν αποτελεί καν κοινό μυστικό! Aποτελεί πηγή δημόσιας θυμηδίας, συχνά με τη σύμπραξη των ίδιων των διακωμωδούμενων. Οι λίγοι, πού έχουν γνώση και συνείδηση, που κάτι είχαν και κάτι διατηρούν μέσα στους ρηχούς, καριερίστες ή απλώς ψευτόμαγκες συναδέλφους τους, καταπίνουν κι αυτοί τη γλώσσα τους ή μιλούν με πρόσθετες περιστροφές όταν τα θέματα γίνονται οριακά για την πολιτική τους επιβίωση.

Η κομματικοποίηση των μεγάλων θεμάτων της εθνικής πολιτικής και η άγρια εσωτερική τους εκμετάλλευση είναι πασίγνωστη ήδη από το γεγονός ότι οι πάντες την επιρρίπτουν στους πάντες — διαιωνίζοντας την. Στο σημείο αυτό γίνεται εμφανέστατη η εθνική ανεπάρκεια τού ελληνικού «πολιτικού κόσμου» και συνάμα ο οργανικός του συγχρωτισμός με τη σημερινή κατάσταση της ελληνικής κοινωνίας, ο οποίος τον καθιστά ανίκανο να της αντιπαραταχθεί για να την καθοδηγήσει. Ο κατακερματισμός των αντιλήψεων για την ελληνική εθνική πολιτική, ο μικροπολιτικός της χειρισμός και η σύνδεση της με ζητήματα προσωπικού γοήτρου αντανακλούν τον κατακερματισμό του κοινωνικού σώματος, τον αποπροσανατολισμό του συνόλου λόγω του ιδιοτελούς και παρασιτικού προσανατολισμού των ατόμων και των ομάδων. Σ’ αυτό το πλαίσιο θα ήταν βέβαια μάταιο ν’ αναμένει κανείς από τους συγκαιρινούς Έλληνες διανοουμένους να δώσουν εκείνοι ό,τι αδυνατεί να δώσει ο κατά τεκμήριο αρμοδιότερος «πολιτικός κόσμος». Όχι μόνον επειδή οι ίδιοι είναι κατακερματισμένοι σε ομάδες επίσης κατακερματισμένες σε εν πολλοίς αυτιστικά άτομα, όχι μόνον επειδή η γενική τους μόρφωση θυμίζει ως προς το ποιόν και τη συγκρότησή της τον αεριτζίδικο και αυτοσχεδιαστικό χαρακτήρα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας, όχι μόνον επειδή για τις παγκόσμιες πολιτικοοικονομικές εξελίξεις γνωρίζουν συνήθως ακόμα λιγότερα και από τα όσα επιφανειακά και ασυνάρτητα γράφονται στις ελληνικές εφημερίδες, αλλά και για έναν πρόσθετο λόγο: επειδή αντιλαμβάνονται την πολιτική με βάση φιλολογικές ή ηθικολογικές κατηγορίες και επιχειρούν πολιτικές αποφάνσεις στο επίπεδο των αντίστοιχων νερουλών γενικεύσεων.
Δεν είναι δύσκολο να αντιληφθεί κανείς ότι, από ψυχολογική άποψη, η ευρωπαϊκή πανάκεια αποτελεί μιαν ακόμη   μεταμφίεση του όψιμου   επιχώριου ευδαιμονισμού,   ο οποίος ονειρεύεται ανεξάντλητες πηγές επιδοτήσεων και συνάμα την έμμεση τουλάχιστον διασφάλιση των συνόρων από ξένα όπλα, έτσι ώστε να κατοχυρωθεί από όλες τις πλευρές και να «την αράξει». Ωστόσο ακόμα και μία γνώση των διεθνών πραγμάτων τόσο ατελής, όσο αυτή πού συναντάται κατά κανόνα στην Ελλάδα, θα αρκούσε για να θεωρηθεί πρακτικά έωλη μία ουσιώδης προϋπόθεση της ευρωπαϊκής προοπτικής, δηλ. η πεποίθηση ότι η «Ευρώπη» θα αποτελέσει κάποτε, αν όχι μία πραγματική πολιτική ενότητα, πάντως ένα σύνολο κρατών ικανό να δρα σε κάθε περίπτωση ενιαία και αποφασιστικά . Tόσο η ένταση των πλανητικών ανταγωνισμών όσο και η όξυνση του προβλήματος της Ινδοευρωπαϊκής ηγεμονίας, ιδιαίτερα μετά τη γερμανική επανένωση, μάλλον τις κεντρόφυγες παρά τις κεντρομόλες δυνάμεις θα ενισχύσει στην ευρωπαϊκή ήπειρο, κι ας μη μιλήσουμε καθόλου για την επικείμενη διεύρυνση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ή για τις μελλοντικές εξελίξεις στην ανατολική Ευρώπη. Οι τριγμοί πού ακούγονται στα θεμέλια του ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, καθώς στις μεγαλύτερες ευρωπαϊκές χώρες το κύρος των κατεστημένων κομμάτων καταπίπτει, ενώ νέα ανέρχονται! Η διαγραφόμενη για το άμεσο μέλλον οικονομική στασιμότητα και η συνεπόμενη στενότητα των πόρων, οι οικολογικές και πληθυσμιακές αναταραχές: όλα αυτά, μαζί και με άλλα, θα ρίξουν το κάθε έθνος πίσω στις δι­κές του δυνάμεις, καθώς είναι ευκολότερο να συμμετέχουν όλοι στην κοινή ευημερία παρά ο ένας να βαστάζει τα βάρη του άλλου . Στην περίπτωση αυτή, στους κόλπους της «Ευρώπης» μάλλον θα είχαμε έναν συνασπισμό των ισχυρών με σκοπό ν’ απαλλαγούν από τους αδύνατους ή ανίκανους παρά την αδελφική διανομή προς ανακούφιση όσων ολιγώρησαν ή υστέρησαν.
Ώστε η «ευρωπαϊκή ένταξη» διόλου δεν θα λύσει τα μεγάλα προβλήματα της ελληνικής εθνικής πολιτικής κατά τον ευθύγραμμο τρόπο πού φαντάζονται πολλοί Έλληνες «ευρωπαϊστές», ποζάροντας από τώρα ως ξεσκολισμένοι και υπερώριμοι «Ευρωπαίοι». Όμως επίσης δεν θα τα έλυνε μία ελληνοκεντρική αναδίπλωση, η οποία ναι μεν είναι χρήσιμη για να θυμάται κανείς που και που ότι σε τελευταία ανάλυση πρέπει να σταθεί στα δικά του τα πόδια, εφ’ όσον ούτε από το πετσί του μπορεί να βγει, ωστόσο καθίσταται επιζήμια όταν ως πρόταση συνάπτεται με διάφορες ανιστόρητες ανοησίες πού αντιπαραθέτουν στην «πνευματική» Ανατολή την «υλόφρονα» Δύση κ.τλ. Τέτοιες αντιλήψεις μπορούν να χρησιμεύσουν μονάχα ως ιδεολογικές υπεραναπληρώσεις λαών συχνά ταπεινωμένων και με ελάχιστη συνεισφορά στον σύγχρονο πολιτισμό, δεν προσφέρονται όμως ως πυξίδα μιας εθνικής πολιτικής πάνω στον σημερινό πλανήτη. Γιατί, θέτοντας στο επίκεντρο ηθικά ή μεταφυσικά μεγέθη, φενακίζουν τα πνεύματα, καθώς επικαλύπτουν κάτω από διανοουμενίστικες αοριστολογίες την καθοριστική σημασία της μεθόδου του οικονομείν για μία σύγχρονη κοινωνία και τους υπαρξιακούς κινδύνους μιας ουσιώδους ολιγωρίας στο σημείο αυτό. Εδώ πρέπει να υπογραμμισθεί ότι η συνήθης αντιπαράθεση των εκσυγχρονιστικών τάσεων προς την καλλιέργεια της εθνικής παράδοσης είναι απλουστευτική και παραπλανητική.
Μονάχα η ευόδωση της εκσυγχρονιστικής προσπάθειας επιτρέπει την επιτυχή άμιλλα με άλλα έθνη και έτσι χαρίζει την αυτοπεποίθηση εκείνη, η οποία επιτρέπει την απροβλημάτιστη αναστροφή με την εθνική παράδοση και καθιστά ψυχολογικά περιττό τον πιθηκισμό. Αντίθετα, η ανικανότητα ενός έθνους να συναγωνισθεί τα άλλα σε ό,τι σήμερα — καλώς η κακώς — θεωρείται κεντρικό πεδίο της κοινωνικής δραστηριότητας θέτει σε κίνηση έναν διπλό υπεραναπληρωτικό μηχανισμό: τον πιθηκισμό ως προσπάθεια να υποκαταστήσεις με επιφάσεις ό,τι δεν κατέχεις ως ουσία και την παραδοσιολατρία ως αντιστάθμισμα του πιθηκισμού. Απ’ αυτή την άποψη, ο πτωχοπροδρομικός ελληνοκεντρισμός και ο κοσμοπολίτικος πιθηκισμός αποτελούν μεγέθη συμμετρικά και συναφή, όσο κι αν φαινομενικά εκπροσωπούν δύο κόσμους εχθρικούς μεταξύ τους. Μονάχα ο εκσυγχρονισμός στη βάση μιας μακρόπνοης εθνικής πολιτικής και εθνικής ανανέωσης θα δημιουργήσει συνθήκες ψυχικής υγείας, έτσι ώστε και η αναγκαιότητα του εκσυγχρονισμού (στη μορφή της τεχνικής-οικονομικής ορθολογικότητας) να καταφάσκεται και η στενότητα της παράδοσης να γίνεται αισθητή, και οι επικίνδυνες αντινομίες του σύγχρονου κόσμου να διαπιστώνονται ψύχραιμα και η εθνική παράδοση να βιώνεται δίχως συμπλέγματα κατωτερότητας ή ανωτερότητας.
Και η τελευταία τάση, για την οποία θα μιλήσουμε ακροθιγώς σε σχέση με την ελληνική εθνική πολιτική, δεν διαθέτει κάποιον αξιόλογο και μαζικό πολιτικό φορέα, αλλά είναι μάλλον διάχυτη, όπως και η προηγούμενη. Απλώνεται σε διάφορους βαθμούς ασάφειας κυρίως μέσα στον χώρο της ευρύτερης αριστεράς, μολονότι κάποτε συνοδοιπορεί με την πολιτική της ευρωπαϊκής ένταξης, αν και εφ’ όσον απ’ αυτήν αναμένεται η άμβλυνση των εθνικισμών και η προαγωγή της ειρήνης ή της συναδέλφωσης μεταξύ των λαών μέσω της απάλειψης των συνόρων, της καθολικής εφαρμογής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κ.τλ. κ.τλ. Τέτοιοι, κατά βάθος απολιτικοί, ευσεβείς πόθοι αποτελούν κατ’ ουσία την αριστερή εκδοχή ή παραλλαγή του μαζικοδημοκρατικού ευδαιμονισμού, ο οποίος ονειρεύεται μία κατάσταση, όπου συλλογικές προσπάθειες και συλλογικές θυσίες θα είναι περιττές , και την απροθυμία του γι’ αυτές την ντύνει με ψευτοηθικές δεοντολογίες . Μετά την κατάρρευση του κομμουνιστικού κινήματος, οι παρεμφερείς αντιλήψεις εκπληρώνουν μία πρόσθετη ψυχολογική λειτουργία.
Πολλοί, των οποίων οι ελπίδες, οι διαγνώσεις και οι προγνώσεις διαψεύσθη­καν παταγωδώς και οι οποίοι τώρα δεν έχουν αρκετή αξιοπρέπεια για να σωπάσουν και να αναρωτηθούν μήπως είναι ανίκανοι να καταλάβουν τι γίνεται στον κόσμο, παρά αντίθετα συνεχίζουν απτόητοι τη φιλόδοξη πολιτική ή συγγραφική τους σταδιοδρομία επικαλούμενοι την ακατάλυτη πίστη τους στο «μέλλον του άνθρωπου» και στην «πρόοδο» — πολλοί τέτοιοι, λοιπόν, ζητούν σήμερα υποκατάστατα των παλαιών ορθόδοξων σοσιαλιστικών ουτοπιών σε θολούς ειρηνισμούς και σε οικουμενιστικές ηθικολογίες . Νομίζουν ότι με τον τονισμό του μεγάλου κοινού ανθρωπιστικού παρονομαστή και με την υπόμνηση του πάντα αδιάπτωτου ανθρωπιστικού τους φρονήματος θα ρίξουν μία γέφυρα ανάμεσα στις χθεσινές και στις σημερινές τους τοποθετήσεις, σβήνοντας έτσι από τη μνήμη των άλλων τις πολιτικές τους γκάφες και διασκεδάζοντας τις εύλογες αμφιβολίες, ως προς τις πνευματικές τους ικανότητες σ’ ό,τι αφορά στη σύλληψη πολιτικών καταστάσεων. Ο κόπος τους φαίνεται ωστόσο να πηγαίνει χαμένος. Γιατί και τα καινούργια τους θεολογούμενα απέχουν, το ίδιο όπως και τα παλιά, παρασάγγες από τις κινητήριες δυνάμεις της σύγχρονης πλανητικής ιστορίας και από τον χαρακτήρα της πολιτικής. Είναι πολιτικά νήπιος όποιος αναφέρεται στις δήθεν γενικές σύγχρονες τάσεις για υπέρβαση του εθνικού κράτους και για τη βαθμιαία πτώση των συνόρων, αποσιωπώντας ότι είναι δύο πολύ διαφορετικά πράγματα να περνούν τα σύνορα σου στρατιές τουριστών και να τα περνούν τα στρατεύματα ενός γειτονικού κράτους. Και εξ ίσου πολιτικά νήπιοι είναι όσοι φαντάζονται ότι τα «ανθρώπινα δικαιώματα» μπορούν ν’ αποτελέσουν αμετακίνητο κριτήριο για την άσκηση εθνικής πολιτικής, παραγνωρίζοντας τη συγκεκριμένη επήρεια και χρήση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε κάθε πολιτική συγκυρία.

Ας επαναλάβουμε, κλείνοντας, ότι σκοπός των σύντομων αυτών παρατηρήσεων δεν ήταν, ούτε μπορούσε να είναι, η διατύπωση συγκεκριμένων προτάσεων πάνω στα συγκεκριμένα προβλήματα πού αντιμετωπίζει σήμερα η ελληνική εξωτερική πολιτική. Θελήσαμε να τονίσουμε την απλή και στοιχειώδη αλήθεια, ότι μία τελεσφόρα και μακρόπνοη εθνική πολιτική μπορεί ν’ απορρεύσει μονάχα από μιαν ακμαία εθνική οντότητα ως conditio sine qua non. Το τι θα κάμει στα επί μέρους όποιος διαθέτει την απαραίτητη τούτη προϋπόθεση εξαρτάται από τον εκάστοτε διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, από τις εκάστοτε ανάγκες και επιδιώξεις του. Για να περπατήσει κανείς πρέπει πρώτα-πρώτα να έχει πόδια. Tο που, πώς και πότε θα πάει, δεν το ξέρει πάντοτε εκ των προτέρων και δεν το καθορίζει πάντοτε ο ίδιος. Συχνότατα η σημερινή ελληνική εθνική πολιτική θυμίζει κάποιον ο οποίος δεν ανησυχεί γιατί δεν έχει πόδια, πιστεύοντας ότι στην κρίσιμη στιγμή θα του φυτρώσουν φτερά. Η στάση αυτή δεν προμηνύει τίποτε καλό. Πράγματι, μία νηφάλια εκτίμηση μάλλον θα κατέληγε στο πόρισμα ότι είναι άκρως αμφίβολο αν η Ελλάδα θα μπει στον επίπονο και τραχύ δρόμο της εσωτερικής ανόρθωσης, πού μόνος θα της έδινε τις προϋποθέσεις για την άσκηση εθνικής πολιτικής ικανής ν’ αντεπεξέλθει στις εξαιρετικά δυσχερείς συνθήκες της σημερινής πλανητικής συγκυρίας. Μάλλον θα συνεχίσει να αιωρείται αμήχανα μεταξύ ευρωπαϊκών ελπίδων και υπεραναπληρωτικού νευρωτικού εθνικισμού, ανήκοντας στην Ευρώπη με τον πιθηκισμό της και στα Βαλκάνια με ό,τι γνησιότερο έχει: τη μιζέρια και τον επαρχιωτισμό της.

Αυτό επιβάλλεται να πει όποιος επιχειρεί σήμερα μία διάγνωση πέρα από επιθυμίες και φόβους, συμπάθειες και αντιπάθειες. Ούτε αγνοώ ούτε λησμονώ τις άκρως τιμητικές ατομικές εξαιρέσεις έναντι των κανόνων πού διέπουν τη λειτουργία της σημερινής ελληνικής κοινωνίας. Όμως οι εξαιρέσεις δεν μπορούν ν’ αποτελέσουν το αντικείμενο μιας σύντομης κοινωνιολογικής και πολιτικής ανάλυσης, όταν οι κανόνες είναι τόσο εξόφθαλμοι και τόσο επαχθείς. Πολλοί ίσως βρουν υπερβολικά καυστικές διάφορες εκφράσεις απ’ όσες χρησιμοποιήθηκαν στην παραπάνω περιγραφή. Θα είναι ασφαλώς εκείνοι πού ακόμα δεν κατάλαβαν ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχουν πια περιθώρια για μισόλογα και διακριτικούς υπαινιγμούς.  




Δαμιανού Βασιλειάδη - Αλήθειες που καίνε και μας καίνε!

Αλήθειες που καίνε και μας καίνε!
Του Δαμιανού Βασιλειάδη, εκπαιδευτικού, συγγραφέα
                                                                             Αθήνα, 28.12.2014
Φοβάμαι τους ανθρώπους που με καταλερωμένη τη φωλιά τους πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου
                                                                    Μανώλης Αναγνωστάκης
Εισαγωγικό σημείωμα
Ο Φρειδερίκος Νίτσε είπε κάποτε: «Μερικές φορές οι άνθρωποι δεν θέλουν να ακούσουν την αλήθεια, γιατί δεν θέλουν να καταστρέψουν τις ψευδαισθήσεις τους». Όσοι ευνοήθηκαν από το ΠΑΣΟΚ και την Νέα Δημοκρατία, ανήκουν σ’ αυτήν την κατηγορία. Και αυτοί που ευνοήθηκαν δεν ήταν μόνο της δεξιάς και του κέντρου, αλλά και της αριστεράς. Προπάντων ευνοήθηκε στην πλειονότητά της σκόπιμα η αριστερή διανόηση, που ασκούσε την ιδεολογική ηγεμονία του φαύλου αστικού κράτους, για να ζει και βασιλεύει σε βάρος των φτωχών λαϊκών στρωμάτων το δικομματικό κοινοβουλευτικό σύστημα, που ρυθμίζει τις τύχες και ουσιαστικά τις ατυχίες της πατρίδας μας.
Και ο Μάνος Χατζηδάκις, ένας πραγματικός επαναστάτης, και όχι σαν μερικούς που βάζουν απλώς την ταμπέλα του επαναστάτη, για να κρύψουν την γύμνια τους, με απίθανη υποκρισία σε μια σάπια κοινωνία που αναδεικνύει φελλούς και τα παράσιτα από την άκρα δεξιά έως την άκρα αριστερά. Φελλούς και παράσιτα, που υπηρετούν εκών άκων το σύστημα.
Είχε πει λοιπόν το επαναστατικό, που λίγοι τολμούν να το πουν, γιατί τους λείπει το θάρρος και την ειλικρίνεια, που είχε ο ίδιος σε υπερθετικό βαθμό: «επαναστάτης είναι, όποιος δεν συμβιβάζεται». Γι’ αυτό και ο Ανδρέας Παπανδρέου, που άλλα έλεγε και άλλα έπραττε, (αριστερή φρασεολογία και δεξιά πολιτική πρακτική) έγραψε με την ιδιοφυΐα, για να μην πω μεγαλοφυΐα, που τον διέκρινε, για τους συμβιβασμένους και προσεταιρισμένους, αποκαλύπτοντας τον μηχανισμό αυτής της αλλοτρίωσης στον οποίο πρωτοστάτησε και τον οποίο επίσης μας αποκάλυψαν στην πράξη, που και πώς λειτούργησε για την αριστερή διανόηση, ο Γιάννης Μηλιός και ο Δημήτρης Μπελαντής. (Ας ψάξει ο ενδιαφερόμενος να δει τα κείμενα τους που είναι καταπέλτης για την υποτελή αριστερή διανόηση και όχι μόνο)
Ο Μάνος Χατζηδάκις είπε και μιαν άλλη σκληρή αλήθεια, που χαρακτηρίζει την παρακμή και τη σήψη αυτής της κοινωνίας της μεταπολίτευσης, όπως την ανέλυσε με απόλυτη σαφήνεια ο Παναγιώτης Κονδύλης, ένας πραγματικά ανεξάρτητος διανοητής και στοχαστής, σε αντίθεση με τη «διανόηση της παρακμής», από όλες τις πολιτικές παρατάξεις στο άρθρο του με τίτλο: «Παρασιτικός κοινωνικός καταναλωτισμός», η κατάρα της μεταπολίτευσης. Είπε λοιπόν και την αλήθεια: «Όταν συνηθίζεις το τέρας, αρχίζεις να του μοιάζεις».
Κατωτέρω παραθέτω ένα κείμενο - αποκάλυψη, που ο συγγραφέας του δεν γνωρίζω για ποιους λόγους το κρατούσε κλειδαμπαρωμένο στο συρτάρι του. Αν και προσωπικά υποθέτω τον λόγο της έως σήμερα σιωπής του. Εκ του ασφαλούς μπορείς να πεις πολλά! Στις κρίσιμες ώρες διακινδυνεύει ίσως, ακόμη και αυτήν την ύπαρξή σου. Μας τα είπε ο εθνικός ποιητής Ανδρέας Κάλβος: «Όσοι το χάλκεον χέρι  βαρύ του φόβου αισθάνονται, ζυγόν δουλείας ας έχωσι. Θέλει αρετήν και τόλμην η ελευθερία». Η τύχη της χώρας μας είναι στα χέρια μας και από μας εξαρτάται.
Το άρθρο του δημοσιογράφου Περικλή Βασιλόπουλου είναι και αποτελεί ένα ακόμη αποδεικτικό στοιχείο, κοντά στα τόσα που έχω καταθέσει από την παραίτηση μου από το ΠΑΣΟΚ το 1977, και που ανέλυσα σε βιβλία μου και σε «άπειρα» άρθρα μου, προσπαθώντας μάταια να αφυπνίσω από τον λήθαργο την ελληνική κοινωνία, γνωρίζοντας πρόσωπα και πράγματα από την πηγή. Η διαφθορά και η σήψη απ’ όλες τις πολιτικές και κοινωνικές παρατάξεις αποδείχτηκε ισχυρότερη της δικής μου παρέμβασης: Φωνή βοώντος εν τη ερήμω. Αυτή ήταν και είναι ακόμη η ελληνική κοινωνία: Έρημος, απ’ όλες τις απόψεις! Το σύστημα της παρακμής δεν επέτρεψε και απέτρεψε να ακουστούν σωτήριες αλήθειες. Και εκείνοι που είχαν χρέος να πουν την αλήθεια, προσαρμόστηκαν εθελουσίως ή ακουσίως στο σύστημα αυτό, που θέλουν υποτίθεται να καταργήσουν. Γι’ αυτό μόνο για το ένα τρίτο της ελληνικής κοινωνίας που λόγω αξιοπρέπειας δεν μπήκε στον βόθρο της μεταπολίτευσης, (στο σύστημα της διαπλοκής και των πελατειακών σχέσεων) μπορεί να βασιστεί κανείς. Σ’ αυτό το ένα τρίτο που ενδιαφέρεται τόσο για τα εθνικά θέματα όσο και για τα κοινωνικά.  Εκεί προσβλέπω την δυνατότητα ρήξης, ανατροπής και αισιόδοξης προοπτικής για την προκοπή του τόπου. Ο Ξενοφών Ζολώτας πράγματι ήταν από τους σπάνιους ανθρώπους με ήθος και ανιδιοτέλεια, αλλά και από τους λίγους οικονομολόγους που διέθετε ο τόπος, που είχε στο μυαλό του μόνο το «δημόσιο συμφέρον και όχι το προσωπικό ή κομματικό, όπως τόσοι άλλοι. Τον χαρακτήριζε αυτό που διακήρυττε ο Αλέξανδρος Δελμούζος, ένας από τους πρωτεργάτες του Εκπαιδευτικού Δημοτικισμού: «Για να κρίνεις πρόσωπα και έργα δεν χρειάζεσαι μόνο μυαλό παρά και χαρακτήρα». Ο Ζολώτας διέθετε και τα δύο προς τιμήν του, που σπάνια διαθέτουν άλλοι, ανάμεσα σ’ αυτούς θεωρώ χρέος μου να μνημονεύσω τον Σάκη Καράγιωργα, ένα πρότυπο ανθρώπου, αγωνιστή και δασκάλου, που του αφιέρωσα το βιβλίο μου Παγκοσμιοποίηση, Νέα Τάξη, Ελληνισμός.
Παραθέτω το ντοκουμέντο που επιβεβαιώνει το εισαγωγικό μου σημείωμα και όλα όσα εδώ και δεκαετίες αναλύω, ως μη συμβιβασμένος και γι’ αυτό μη ακουστός, απαγορευμένος από το σύστημα της πολυποίκιλης, πολυεπίπεδης και «πολύχρωμης» διαπλοκής. Ο Τίτλος δεν με παραξενεύει, γιατί το ήξερα από το 1977 ότι αυτοί οι δύο θα μας χρεοκοπούσαν. Για τον Μητσοτάκη ήταν και είναι γνωστό σε πολλούς, όμως όχι για τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον ηγέτη της «αλλαγής». Ακόμη και σήμερα ομνύουν πάρα πολλοί και προσκυνούν το είδωλό του. Γι’ αυτούς ισχύει αυτό που είπε ο Φρειδερίκος Νίτσε. Γι’ αυτό και το παραθέτω,  για να μην αναφέρω πάλι το απόφθεγμα του Αναγνωστάκη.
Τέλος θα αναφέρω για την ιστορία, αυτό που είχε πει κάποτε ο Alexis de Toquellee:

«Η ιστορία είναι μια πινακοθήκη, όπου υπάρχουν λίγοι αυθεντικοί πίνακες και πολλά αντίγραφα».